Η μεγαλύτερη πτώση της Wall Street εδώ και ενάμιση χρόνο επανέφερε στο προσκήνιο ένα ερώτημα που απασχολεί όλο και πιο έντονα τους επενδυτές: πόσα χρήματα μπορεί πραγματικά να αποφέρει η τεχνητή νοημοσύνη και πόσο δικαιολογημένες είναι οι επενδύσεις των εκατοντάδων δισεκατομμυρίων για την ανάπτυξή της;
Η χθεσινή συνεδρίαση στη Wall Street ήταν ιδιαίτερα επώδυνη για τις τεχνολογικές μετοχές. Ο Nasdaq υποχώρησε 5,5%, ο S&P 500 έχασε 4,4%, ενώ ο δείκτης των εταιρειών ημιαγωγών της Φιλαδέλφειας βυθίστηκε σε ποσοστό 12,2%.
Η μετοχή της Nvidia έχασε περισσότερο από 9%, ενώ οι AMD και Micron κατέγραψαν απώλειες περίπου 17%.
Η επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ, που αρχικά είχε προκαλέσει ανακούφιση στις αγορές, μετατράπηκε ξαφνικά σε ανησυχία: η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών μπορεί να οδηγήσει σε αυστηρότερο έλεγχο της επέκτασης των data centers ή ακόμη και σε περιορισμούς για νέες εγκαταστάσεις.
Έρχεται έτσι πιο έντονα στο προσκήνιο ένα πρόβλημα που ήδη απασχολούσε αναλυτές και επενδυτές, σχετικά με τις τεράστιες κεφαλαιουχικές δαπάνες για την AI και την αβεβαιότητα γύρω από τις μελλοντικές τους αποδόσεις.
Ο λογαριασμός του 1 τρισ. δολαρίων
Προ ημερών η Fitch Ratings είχε προειδοποιήσει ότι η ταχύτητα με την οποία αυξάνονται οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί σημαντικούς κινδύνους για τις αγορές και την παγκόσμια οικονομία.
Ο οίκος εκτιμά ότι οι ετήσιες επενδύσεις στην AI μπορεί να φτάσουν το 1 τρισ. δολάρια το 2027, ποσό υπερπενταπλάσιο εκείνου του 2024. Για να δικαιολογηθεί η σημερινή κλίμακα αυτών των επενδύσεων, σύμφωνα με τη Fitch, απαιτούνται ετήσια έσοδα από την τεχνητή νοημοσύνη άνω του 1 τρισ. δολαρίων.
Τα σημερινά δεδομένα δείχνουν ότι η αγορά ακόμη υπολείπεται σημαντικά. Η Fitch εκτιμά ότι τα ετησιοποιημένα έσοδα της παγκόσμιας αγοράς AI ανέρχονταν σε «μόλις» 229 δισ. δολάρια φέτος τον Αύγουστο.

Παρότι τα έσοδα αυξάνονται με εντυπωσιακό ρυθμό, το χάσμα ανάμεσα στη σημερινή πραγματικότητα και σε όσα θα χρειαστεί να αποφέρει η τεχνολογία παραμένει μεγάλο. Η Fitch εκτιμά ότι ένα βιώσιμο επίπεδο ετήσιων επενδύσεων βρίσκεται κοντά στα 700 δισ. δολάρια. Επομένως, η προβλεπόμενη επενδυτική δραστηριότητα υπερβαίνει σημαντικά αυτό το όριο.
Ένας πρόσθετος κίνδυνος προέρχεται από τον εντεινόμενο ανταγωνισμό μεταξύ των μοντέλων AI. Η βελτίωση των φθηνότερων, ανοιχτών μοντέλων θα μπορούσε να περιορίσει τη δυνατότητα των μεγαλύτερων εταιρειών να χρεώνουν υψηλές τιμές για τις υπηρεσίες τους, πιέζοντας τις προσδοκίες για το μέγεθος των μελλοντικών εσόδων.
Το μάθημα της φούσκας των dotcom
Στο μεταξύ ο Edoardo Campanella, διευθυντής του Investment Institute της UniCredit, έγραφε προ ημερών ότι, παρόλο που οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες οι οποίες πρωταγωνιστούν σήμερα στις επενδύσεις AI δεν μοιάζουν με τις ζημιογόνες νεοφυείς επιχειρήσεις της εποχής των dotcom, εντούτοις ελλοχεύει ένας παρόμοιος κίνδυνος στο επόμενο στάδιο.
Ήτοι, στις χιλιάδες νέες επιχειρήσεις και εφαρμογές που θα επιχειρήσουν να αξιοποιήσουν εμπορικά την AI.
Η σημερινή τεχνολογία επιτρέπει πλέον σε μικρές ομάδες, ακόμη και σε μεμονωμένους επιχειρηματίες, να δημιουργούν προϊόντα και υπηρεσίες που παλαιότερα απαιτούσαν δεκάδες εργαζομένους. Αυτό διευκολύνει την εμφάνιση νέων επιχειρήσεων, αλλά ταυτόχρονα εντείνει τον ανταγωνισμό. Πολλές από αυτές τις εφαρμογές ενδέχεται να μην αποκτήσουν ποτέ επαρκή πελατειακή βάση ή βιώσιμα έσοδα.
Για τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες, οι επενδύσεις που υλοποιούν σε επεξεργαστές, data centers και ενεργειακές υποδομές βασίζονται στην προσδοκία ότι η ζήτηση για υπηρεσίες AI θα συνεχίσει να αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς.
Αν αυτή η ζήτηση αποδειχθεί μικρότερη από την αναμενόμενη, η αγορά μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με πλεονάζουσα υπολογιστική δυναμικότητα, υποαξιοποιημένα data centers και χαμηλότερες αποδόσεις.
Ο κίνδυνος για την οικονομία
Αναφορικά με τις πιθανές μακροοικονομικές συνέπειες μιας απότομης αναθεώρησης των προσδοκιών για την τεχνητή νοημοσύνη, η Fitch υπολογίζει ότι, σε ένα σενάριο πτώσης των αμερικανικών μετοχών κατά 35% σε διάστημα έξι μηνών, η οικονομία των ΗΠΑ θα μπορούσε να εισέλθει σε ύφεση, με το ΑΕΠ να υποχωρεί κατά 0,6% το 2027.

Αν στη συγκεκριμένη προσομοίωση προστεθεί, πέραν της χρηματιστηριακής πτώσης, μια απότομη περικοπή των επενδύσεων στην AI, η επίπτωση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, καθώς το αμερικανικό ΑΕΠ θα βρισκόταν 3,2% χαμηλότερα από το βασικό σενάριο ύστερα από τέσσερα μόλις τρίμηνα.
Ασφαλώς, είναι πολύ νωρίς για να υποστηρίξει κάποιος ότι το επενδυτικό στοίχημα της τεχνητής νοημοσύνης έχει αποτύχει. Η χθεσινή πτώση, όμως, δείχνει πόσο ευάλωτες έχουν γίνει οι χρηματιστηριακές αποτιμήσεις σε οποιαδήποτε εξέλιξη μπορεί να επιβραδύνει την επέκταση των υποδομών ή να αμφισβητήσει την αναμενόμενη κερδοφορία τους.
Πηγή: insider.gr
