Ο πρώην διευθύνων σύμβουλος των Ελληνικών Πετρελαίων (ΕΛ.ΠΕ.) και χημικός μηχανικός, Γρηγόρης Στεργιούλης, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για νέο κύμα ανατιμήσεων στα καύσιμα και την ενέργεια.
Σε συνέντευξή του ασκεί κριτική στους κυβερνητικούς χειρισμούς, στα υπερκέρδη των ενεργειακών εταιρειών και στα λάθη της Ευρώπης, εξηγεί γιατί οι καταναλωτές πληρώνουν τόσο ακριβά την ενέργεια και προειδοποιεί για έναν δύσκολο χειμώνα, ζητώντας ουσιαστικές παρεμβάσεις αντί για πρόσκαιρες επιδοτήσεις.
«Η ενεργειακή κρίση ξεκίνησε πριν από την Ουκρανία»
«Οι κοινωνίες που θα πάνε μπροστά είναι αυτές που θα πρωτοστατήσουν στον ενεργειακό και τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Επομένως, ότι συνδέεται με την ενέργεια σήμερα είναι στρατηγικής σημασίας», σημειώνει.
Κατά τον ίδιο, η ενεργειακή κρίση ξεκίνησε δύο χρόνια πριν τα γεγονότα στην Ουκρανία και ήταν το αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που προχώρησαν «με ιδεοληπτική βιασύνη και χωρίς ολοκληρωμένο σχέδιο για την επόμενη ημέρα».
Η βίαιη απολιγνιτοποίηση, χωρίς αξιόπιστες εναλλακτικές, οι ελλείψεις στην αποθήκευση και στα δίκτυα, αλλά και η υποχώρηση επενδύσεων σε διύλιση και εξορύξεις, αποδυνάμωσαν την ενεργειακή θωράκιση της Ευρώπης, όπως υποστηρίζει.
«Οι ΑΠΕ είναι αναγκαίες, δεν αρκούν όμως από μόνες τους. Οι μεταφορές και η βιομηχανία εξακολουθούν να εξαρτώνται από πετρέλαιο και φυσικό αέριο», λέει και προσθέτει: «η Ευρώπη θυσίασε μέρος της ενεργειακής της αυτονομίας χωρίς να εξασφαλίσει ισοδύναμες λύσεις, και τώρα πληρώνει ακριβά την εξάρτησή της από εισαγωγές LNG».
Για τις τιμές, εκτιμά ότι όσο δεν πλήττονται υποδομές εξόρυξης και μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου, το εύρος των τιμών αναμένεται να είναι στην περιοχή των 100 δολαρίων το βαρέλι ±20 δολάρια. Μεγάλο ζητούμενο θεωρεί τη διάρκεια του πολέμου, καθώς η επαναδημιουργία των αποθεμάτων θα διαρκέσει σχεδόν ένα χρόνο μετά την παύση των εχθροπραξιών.
Άλλη σημαντική παράμετρος, σύμφωνα με τον κ. Στεργιούλη, είναι εάν θα επαναλειτουργήσουν οι αγωγοί φυσικού αερίου από τη Ρωσία (nordstream) και, εάν ναι, κάτω από ποιο καθεστώς διαχείρισης και μετοχικής σύνθεσης. Όπως λέει, δεν πρέπει να υποτιμάται το ενδιαφέρον Αμερικανών επιχειρηματιών για τους αγωγούς αυτούς.
«Τον λογαριασμό τον πληρώνει ο καταναλωτής»
Οι τιμές των προϊόντων διύλισης δεν ακολουθούν αυτομάτως την τιμή του αργού πετρελαίου. Διαμορφώνονται στις διεθνείς αγορές, με τις τιμές Platts Νοτιοανατολικής Μεσογείου να αποτελούν βασικό σημείο αναφοράς για την Ελλάδα.
Σήμερα, όμως, παρατηρείται μία ιδιαίτερα ανησυχητική εξέλιξη: οι τιμές των καυσίμων αυξάνονται δυσανάλογα σε σχέση με το αργό. Οι πολεμικές συγκρούσεις, η διαταραχή του εφοδιασμού και η αυξημένη ζήτηση επιβαρύνουν την αγορά. Ταυτόχρονα, τα περιθώρια διύλισης έχουν εκτοξευθεί.
Ενδεικτικά, όπως αναφέρει, τα περιθώρια διύλισης —δηλαδή η διαφορά της αξίας του τελικού προϊόντος μείον το κόστος πρώτων υλών— από περίπου 10 δολάρια ανά βαρέλι έχουν φθάσει κοντά στα 40 δολάρια.
«Το κρίσιμο ερώτημα είναι απλό: Ποιος ωφελείται από αυτήν την εκτίναξη και ποιος πληρώνει τον λογαριασμό;», διερωτάται. Η απάντηση, όπως λέει, είναι σαφής: τον λογαριασμό τον πληρώνει ο τελικός καταναλωτής, ενώ τα κέρδη μοιράζονται οι εταιρείες που εμπλέκονται στο όλο κύκλωμα παραγωγής και εμπορίας.
Γι’ αυτό απαιτείται διαφάνεια, ουσιαστικός έλεγχος της αγοράς και παρέμβαση από το Δημόσιο, διερεύνηση των αιτιών και εξομάλυνση. Ένα μέτρο που λήφθηκε ήταν η χρήση των αποθεμάτων ασφαλείας, με περιορισμένη όμως, όπως λέει, επίδραση τελικά.
«Δύσκολος» ο χειμώνας 2026-2027
Ο χειμώνας 2026-2027 προμηνύεται δύσκολος για τις τιμές φυσικού αερίου και ντίζελ. Τα περιορισμένα αποθέματα, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και οι διαταραχές στον εφοδιασμό LNG ενδέχεται να προκαλέσουν νέες ανατιμήσεις στο φυσικό αέριο.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η κατάσταση στο ντίζελ, όπου η περιορισμένη προσφορά και τα υψηλά περιθώρια διύλισης διατηρούν τις υψηλές τιμές. Εάν αυξηθεί η ζήτηση για θέρμανση και παραταθούν οι διαταραχές στις διεθνείς αγορές, οι πιέσεις μπορεί να ενταθούν.
Για την Ελλάδα, οι επιπτώσεις θα περάσουν στις μεταφορές, στη βιομηχανία και στο κόστος ζωής. Το κρίσιμο ερώτημα, τονίζει, είναι εάν υπάρχει σχέδιο προστασίας καταναλωτών και επιχειρήσεων, πριν η ενεργειακή επιβάρυνση μετατραπεί ξανά σε πληθωριστικό σοκ. «Μέτρα προληπτικού χαρακτήρα, όχι μόνο
Πηγή: 1voice.gr
