Παρά τις μειώσεις φόρων των τελευταίων έξι ετών, η συνολική φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα το 2025 βρίσκεται στα ίδια επίπεδα με το 2019. Αυτό επισημαίνει μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), η οποία αναλύει και το πού διοχετεύονται οι φόροι που εισπράττει το κράτος.
Όπως σημειώνει η μελέτη, η ενίσχυση των εισοδημάτων και της απασχόλησης, η μείωση της φοροδιαφυγής και τα έσοδα που φέρνει η ακρίβεια αύξησαν τα φορολογικά έσοδα, παρά τη μείωση φόρων και εισφορών.
Έπειτα από έξι χρόνια μειώσεων σε φορολογικούς συντελεστές και ασφαλιστικές εισφορές, το συνολικό φορολογικό βάρος δεν έχει ελαφρυνθεί: η φορολογική επιβάρυνση το 2025 είναι ακριβώς εκεί που ήταν το 2019, στο 41,3% του ΑΕΠ.
Αυτό αναφέρει η μελέτη του ΚΕΦΙΜ με τίτλο «Η ανάλυση της φορολογικής επιβάρυνσης στην Ελλάδα, 2019–2025: Τι εισπράττει το κράτος σε φόρους και πού τα δαπανά;», την οποία υπογράφουν ο Πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ Νίκος Ρώμπαπας και ο Επικεφαλής Ερευνών Κωνσταντίνος Σαραβάκος.
Την ίδια στιγμή, ο μέσος όρος των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι χαμηλότερα, στο 37,9%, με τη χώρα μας να έχει υψηλότερη επιβάρυνση κατά 3,4 ποσοστιαίες μονάδες.
+35% πάνω οι φόροι
Σε απόλυτους αριθμούς, τα έσοδα από φόρους και κοινωνικές εισφορές εκτοξεύθηκαν από τα 76,4 δισ. ευρώ το 2019 στα 103,2 δισ. ευρώ το 2025, καταγράφοντας αύξηση περίπου 35% σε ονομαστικούς όρους.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την ενίσχυση των κρατικών εισπράξεων, η οποία δεν συνδέεται αποκλειστικά με τις φορολογικές μεταβολές. Οφείλεται και στην αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης, στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης, αλλά και στην επίδραση του πληθωρισμού στα εισοδήματα και τις τιμές, που έχει συμβάλει στην αύξηση των εσόδων από την έμμεση φορολογία.
Η έρευνα του ΚΕΦΙΜ στηρίζεται στα τελευταία στοιχεία της Eurostat, που δημοσιεύθηκαν στις 28 Οκτωβρίου, και επισημαίνει ότι το μεγαλύτερο βάρος του φορολογικού συστήματος εξακολουθεί να πέφτει στην κατανάλωση.
Η Ελλάδα κατατάσσεται στην τέταρτη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ ως προς την επιβάρυνση από τους έμμεσους φόρους, με τα σχετικά έσοδα να αντιστοιχούν στο 17,2% του ΑΕΠ, έναντι 13,4% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η εικόνα του ΦΠΑ, με τα έσοδα από τον συγκεκριμένο φόρο να αντιστοιχούν στο 9,4% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται στο 7,2%.
Η διαφορά αναδεικνύει την έντονη εξάρτηση του ελληνικού προϋπολογισμού από τη φορολόγηση αγαθών και υπηρεσιών, επιβαρύνοντας άμεσα την καθημερινότητα των νοικοκυριών.
Στον αντίποδα, οι άμεσοι φόροι στην Ελλάδα αντιστοιχούν στο 11% του ΑΕΠ, έναντι 12,2% στην ΕΕ. Οι κοινωνικές εισφορές είναι υψηλότερες, καθώς φθάνουν στο 13% του ΑΕΠ, έναντι 12,1% στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει ένα φορολογικό μείγμα που εξακολουθεί να στηρίζεται περισσότερο στην κατανάλωση και στις ασφαλιστικές εισφορές, παρά στους άμεσους φόρους.
Πού πάνε οι φόροι
Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα διαθέτει για κοινωνική προστασία περίπου το ίδιο μερίδιο των συνολικών δημόσιων δαπανών με την ΕΕ, οι πόροι κατευθύνονται σε διαφορετικές προτεραιότητες.
Σχεδόν το 80% των δαπανών κοινωνικής προστασίας διοχετεύεται στις συντάξεις γήρατος και επιζώντων, έναντι περίπου 62% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για κάθε 1.000 ευρώ κοινωνικής προστασίας, στην Ελλάδα τα 786 ευρώ κατευθύνονται στις συντάξεις, όταν στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσό είναι 618 ευρώ.
Αντίθετα, μόλις 85 ευρώ διατίθενται για ασθένεια και αναπηρία, έναντι 141 ευρώ στην ΕΕ. Για την οικογένεια και τα παιδιά η Ελλάδα δαπανά μόλις 51 ευρώ, έναντι 124 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στην ανεργία κατευθύνονται 40 ευρώ, έναντι 47 ευρώ στην ΕΕ, για την αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού διατίθενται 28 ευρώ, έναντι 41 ευρώ, και οι δαπάνες για τη στέγαση ανέρχονται σε 11 ευρώ, έναντι 12 ευρώ στην ΕΕ.
Η κατανομή αυτή αναδεικνύει τις περιορισμένες δυνατότητες στήριξης των νεότερων γενεών, των οικογενειών με παιδιά και των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους διαβίωσης, σημειώνει το ΚΕΦΙΜ.
Λιγότεροι πόροι σε υγεία και παιδεία
Η εικόνα δεν είναι καλύτερη σε υγεία και παιδεία. Παρά το γεγονός ότι η συνολική δημόσια δαπάνη στην Ελλάδα είναι υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η χρηματοδότηση της υγείας και της παιδείας παραμένει αναλογικά χαμηλότερη. Ειδικότερα:
- Το 2024 οι δημόσιες δαπάνες για την υγεία αντιστοιχούσαν στο 5,7% του ΑΕΠ, έναντι 6,8% στην ΕΕ. - Στην παιδεία, το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώθηκε στο 3,9%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 5%.
Η φορολογική ανταγωνιστικότητα
Όπως επισημαίνει το ΚΕΦΙΜ, η Ελλάδα έχει βελτιώσει τη θέση της στον Δείκτη Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας, ανεβαίνοντας από την 34η θέση το 2019 στην 23η το 2026.
Ωστόσο, προσθέτει πως παραμένει χαμηλά στη φορολογία κατανάλωσης και περιουσίας. Τα ευρήματα αναδεικνύουν τα περιθώρια για περαιτέρω μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης και απλούστευση του φορολογικού συστήματος.
Πηγή: businessdaily.gr
