Δεν μπορεί να περάσει με επιφανειακή μόνο ανάγνωση η θέση της Κριστίν Λαγκάρντ για «μετρημένη αύξηση των επιτοκίων» εφόσον χρειαστεί. Αυτό οφείλεται στο ότι τείνει να επιβεβαιώσει μια σταδιακή αλλαγή στην εκτίμηση της χρησιμότητας της νομισματικής πολιτικής, τουλάχιστον μέσα στο σημερινό περιβάλλον.
Η Κλασική Προσέγγιση του Paul Volcker
Η κλασική προσέγγιση, όπως καθιερώθηκε από τον Paul Volcker, ήταν πως η αύξηση του κόστους χρήματος οδηγεί σε μείωση της συνολικής ζήτησης (μέσω της μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος) και αυτό αποκλιμακώνει τον πληθωρισμό.
Ακόμη πιο σημαντικό ήταν το δόγμα πως η συνέπεια και η εμμονή της κεντρικής τράπεζας στα υψηλά επιτόκια θα μειώσει τις πληθωριστικές προσδοκίες, κάτι που θεωρούνταν το ισχυρότερο όπλο κατά του πληθωρισμού.
Οι Πληθωριστικές Πιέσεις και η Προσφορά
Το πρώτο ράγισμα σε αυτήν την εικόνα προήλθε από την πλευρά της παραγωγής.
Ακόμη και οι πιο σκληροί υποστηρικτές του μονεταρισμού και της θεωρίας των λογικών προσδοκιών αναγκάστηκαν να παραδεχτούν πως όταν οι πληθωριστικές πιέσεις προέρχονται – όπως συμβαίνει σήμερα – πρωταρχικά από την πλευρά της προσφοράς, η αύξηση των επιτοκίων έχει οριακό, αν όχι σχεδόν μηδενικό, ρόλο να παίξει.
Εξαίρεση αποτελεί μόνο αν η οικονομία οδηγηθεί, μέσω διαδοχικών και υψηλών αυξήσεων του κόστους χρήματος, σε πολύ δραματική επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης, αν όχι σε ύφεση.
Η Αντίδραση των Κεντρικών Τραπεζιτών
Οι κεντρικοί τραπεζίτες εξακολουθούν βέβαια να ανησυχούν.
Στην Αγγλία, ο υποδιοικητής Dave Ramsden προβλέπει άνοδο του επιτοκίου τον Νοέμβριο.
Στην ΕΚΤ, η Lagarde παρακολουθεί τη σχέση της πορείας αύξησης του πληθωρισμού με αυτήν των αμοιβών, έτοιμη να παρέμβει αν η δεύτερη υπερκεράσει την πρώτη, καθώς αυτό θα σηματοδοτεί ενίσχυση των πληθωριστικών προσδοκιών.
Ούτε και αγνοείται η επίπτωση όπου, μέσω του καναλιού της συναλλαγματικής ισοτιμίας, το υψηλό επιτόκιο ισχυροποιώντας το νόμισμα καθιστά τις εισαγωγές πιο φτηνές και διευκολύνει έτσι τη μάχη κατά του πληθωρισμού.
Αλλαγή Οικονομικού Περιβάλλοντος
Η βαθύτερη ανησυχία, όμως, είναι αλλού.
Όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενο άρθρο μας (Η επάρκεια στην επερχόμενη κρίση θα κρίνει τις εκλογές, 21/9), παρατηρείται μια πρωτοφανής τριπλέτα: οι τιμές των μετοχών, του πετρελαίου και οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αυξάνονται ταυτόχρονα.
Αυτό το φαινόμενο υποδηλώνει μια αλλαγή στην ανθρώπινη συμπεριφορά.
Ουσιαστικά, οι κεντρικοί τραπεζίτες αρχίζουν να συνειδητοποιούν πως μαζί με την ανθρώπινη συμπεριφορά έχει αλλάξει και το οικονομικό περιβάλλον: έχει γίνει λιγότερο ευαίσθητο στις αλλαγές του επιτοκίου (less interest sensitive).
Τρεις είναι οι σημαντικοί παράγοντες:
- Σταθερά Επιτόκια στα Δάνεια: Πολλά οικογενειακά και εταιρικά δάνεια που συνομολογήθηκαν στην περίοδο των σχεδόν μηδενικών επιτοκίων, φέρουν ρήτρα σταθερού επιτοκίου και είναι, επιπλέον, μακροχρόνια.
Αυτά δεν επηρεάζονται από τις σημερινές εξελίξεις. 2. Δημοσιονομική Επέκταση: Ενώ οι κεντρικοί τραπεζίτες προσπαθούν να πιέσουν το φρένο στην ανοδική πορεία της οικονομίας, οι κυβερνήσεις πατούν το δημοσιονομικό γκάζι και επιταχύνουν την ανάπτυξη.
Οι δαπάνες για την άμυνα, τις υποδομές και την κλιματική κρίση, καθώς και οι επενδύσεις στην βιομηχανική πολιτική και τις επιδοτήσεις, αυξάνονται.
Αυτό συμβαίνει καθώς οι πολιτικές ηγεσίες έρχονται αντιμέτωπες με τις αρνητικές επιπτώσεις της επέκτασης των ανισοτήτων στην κοινωνική συνοχή και στη φιλελεύθερη δημοκρατία. 3. Επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη: Σε ξεχωριστή κατηγορία βρίσκονται οι τεράστιες επενενδύσεις, με κυκλική χρηματοδότηση και υψηλή μόχλευση, στην τεχνητή νοημοσύνη: κέντρα δεδομένων, ημιαγωγοί, παραγωγή και διανομή ενέργειας, χρήση νερού, υποδομές στο «σύννεφο» (cloud). Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, αυτές οι επενδύσεις και μόνο υπερκεράζουν τις αρνητικές συνέπειες των υψηλότερων επιτοκίων και της ακριβότερης ενέργειας.
Η Σημασία των Αποδόσεων των Ομολόγων
Τέλος, θα πρέπει να παρατηρηθεί πως η άνοδος των αποδόσεων στα ομόλογα έχει διαφορετικό νόημα και άλλη επίπτωση σε σύγκριση με την αυστηρότερη νομισματική πολιτική.
Η απόδοση αντανακλά την εκτίμηση για το ύψος του βραχυπρόθεσμου επιτοκίου συν τον προσδοκώμενο πληθωρισμό, συν το premium του χρόνου, συν το premium του ρίσκου.
Οι επενδυτές, λοιπόν, ζητούν υψηλότερη απόδοση καθώς βλέπουν ταυτόχρονα να αυξάνονται τα κρατικά ελλείμματα, ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ, οι εκδόσεις εταιρικών και κρατικών ομολόγων, οι αμυντικές δαπάνες, οι επενδύσεις στην ΤΝ, ο πληθωρισμός και το γεωπολιτικό ρίσκο.
Το σημαντικό σημείο είναι πως μάλλον βρισκόμαστε μπροστά σε μία δομική αλλαγή στην ζητούμενη απόδοση (structural change) και όχι σε μία φάση ενός κύκλου συγκυρίας. Αυτό το γεγονός συνεπάγεται υστέρηση στην αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής, διαφαινόμενη πτώση της αξίας των χρεογράφων κάθε μορφής και την εμφάνιση ισχυρής πιθανότητας να περάσει η παγκόσμια οικονομία σε φάση στασιμοπληθωρισμού.
Ο ΟΟΣΑ υπογραμμίζει πως κατά πάσα πιθανότητα βιώνουμε την αύξηση του λεγόμενου «πραγματικού ουδέτερου επιτοκίου» (neutral real rate of interest). Δηλαδή, το επίπεδο του πραγματικού επιτοκίου που ούτε επιταχύνει ούτε επιβραδύνει την οικονομική δραστηριότητα και ταυτόχρονα είναι συμβατό με σταθερό πληθωρισμό.
Αυτό σημαίνει πως η οικονομία μπορεί να επιταχυνθεί ή να επιβραδυνθεί με επιτόκια αντίστοιχα χαμηλότερα ή υψηλότερα από πριν.
Η έννοια της σφιχτής νομισματικής πολιτικής αλλάζει, καθώς σημασία έχει πόσο κοντά ή μακριά βρίσκονται από το «ουδέτερο» επιτόκιο, ο στόχος του 2% για τον πληθωρισμό δεν είναι πλέον ούτε ιερός ούτε ρεαλιστικός, και το βάρος της οικονομικής πολιτικής πρέπει να στραφεί προς την πλευρά της παραγωγής.
Αυτό, άλλωστε, αποτελεί μια βαθιά αμφισβήτηση των θεμελίων του νεοφιλελευθερισμού.
Πηγή: mononews.gr
