Εδώ και περίπου εξίμισι μήνες, στους διπλωματικούς κύκλους ήταν κοινό μυστικό ότι η κ. Γκίλφοϊλ ξεπερνούσε συστηματικά τις κόκκινες γραμμές. Παρά ταύτα, τα κυβερνητικά στελέχη όχι μόνο δεν φρόντισαν να θέσουν στοιχειώδη όρια, αλλά συνέχιζαν να την αποθεώνουν, προτάσσοντας το αφήγημα μιας δήθεν «στρατηγικής σχέσης βάθους».
Η υπόθεση Γκίλφοϊλ εκθέτει ανεπανόρθωτα την κυβέρνηση, αποκαλύπτοντας ότι η Αθήνα ανεχόταν παρεμβάσεις και παράλληλες ατζέντες, χωρίς να υπερασπίζεται τα εθνικά συμφέροντα. Κι εδώ ισχύει η κλασική ρήση, «δεν ήξεραν, δεν ρώταγαν»;
Τώρα κάνουν πως δεν καταλάβαιναν, όμως η πραγματικότητα είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται βαριά εκτεθειμένη μετά τις καταιγιστικές εξελίξεις και την αποπομπή της Αμερικανίδας πρέσβειρας στην Αθήνα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, με προσωπική απόφαση του ίδιου του προέδρου των ΗΠΑ.
Η απαίτηση για την παραίτησή της δεν συνιστά απλώς μια τυπική διπλωματική αντικατάσταση, αλλά φέρνει στην επιφάνεια μια θεμελιώδη διάσταση: Ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ και ο υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, χάραζαν συγκεκριμένη επίσημη γραμμή, η πρέσβειρα στην Αθήνα κινούνταν σε ένα παράλληλο, παραθεσμικό πλαίσιο, υπηρετώντας τη δική της αυτόνομη ατζέντα, σαν να έφτιαχνε «σκαλέτα» πρωινής τηλεοπτικής εκπομπής.
Καταλύτης για τη ραγδαία τροπή των πραγμάτων στάθηκε το αποκαλυπτικό δημοσίευμα της Wall Street Journal, σύμφωνα με το οποίο, με αφορμή την κατάρρευση της κυβέρνησης στη Ρουμανία, η Αμερικανίδα διπλωμάτης φέρεται να δήλωσε περιφρονητικά σε δείπνο τον περασμένο Μάρτιο πως «κάτι τέτοιο μπορούμε να το κάνουμε σε όποια χώρα θέλουμε, μπορούμε να το κάνουμε κι εδώ».
Η συγκεκριμένη αποστροφή, που αποτελεί ευθεία αμφισβήτηση της εθνικής κυριαρχίας, αντιμετωπίστηκε με αμηχανία και υπεκφυγές. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υποβάθμισε τη βαρύτητα του γεγονότος, ισχυριζόμενος ότι «ουδέποτε υπήρξε ζήτημα απειλής», ενώ άλλα στελέχη απέφυγαν να διαψεύσουν τη φράση, δίνοντας βολικές ερμηνείες.
Η παραθεσμική αυτή πραγματικότητα είχε διαφανεί ήδη από τον Νοέμβριο του 2025, όταν η κ. Γκίλφοϊλ εμφανίστηκε στο υπουργείο Ανάπτυξης αξιώνοντας νομοθετική παρέμβαση για το λιμάνι της Ελευσίνας ως κόμβου logistics, με στόχο να δημιουργηθεί ανάχωμα στα κινεζικά συμφέροντα της Cosco. Η Αθήνα κινήθηκε τότε με πρωτοφανή ταχύτητα για να μην εισπράξει τη δυσφορία της.
Στην πορεία, ωστόσο, αποδείχθηκε το μεγάλο πολιτικό παράδοξο. Την ίδια ώρα που ο Τραμπ και ο Ρούμπιο υιοθετούσαν ηπιότερη γραμμή απέναντι σε Πεκίνο και Μόσχα, η πρέσβειρα στην Αθήνα ακολουθούσε τη δική της τακτική, υπαγορευμένη από συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα, που δεν εξέφραζαν τη συνολική στρατηγική της Ουάσιγκτον.
Όταν παραδοσιακά ατλαντιστές πολιτικοί, όπως ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, τονίζουν την ανάγκη για πολυδιάστατη και ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, είναι απορίας άξιο πώς δεν βρέθηκε κανείς στην κυβέρνηση να βάλει φρένο.
Άμα εγκλωβίζεσαι άκριτα στη γραμμή μιας αμφιλεγόμενης διπλωμάτισσας, τότε έχεις και εσύ βασική ευθύνη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ισχύει και το «δεν ήξεραν, δεν ρώταγαν…».
Πηγή: 1voice.gr
