Η απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα εξελίσσεται σε μια σοβαρή δοκιμασία για το περιβάλλον του Ντόναλντ Τραμπ, με τις καταγγελίες σε βάρος της, τις πολιτικές προεκτάσεις στις ΗΠΑ και τις εξελίξεις στο διπλωματικό πεδίο να δημιουργούν ένα σύνθετο σκηνικό.
Η απόφαση αφορά ένα πρόσωπο που διατηρούσε στενούς δεσμούς με τον Αμερικανό πρόεδρο και είχε επιλεγεί προσωπικά από τον ίδιο για να εκπροσωπήσει την Ουάσιγκτον στην Ελλάδα.
Για την Αθήνα, ωστόσο, το πραγματικό διακύβευμα ξεπερνά την τύχη μιας πρέσβειρας. Η ενεργειακή συνεργασία, ο Κάθετος Διάδρομος, οι διαπραγματεύσεις για τα μαχητικά F-35 και η ευρύτερη στρατηγική σχέση Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκονται στο επίκεντρο μιας περιόδου κατά την οποία η γεωπολιτική ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένει εύθραυστη.
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς εκτυλίσσεται λίγες εβδομάδες πριν από τις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ. Η εξέλιξη της έρευνας, η στάση του Λευκού Οίκου και η επιλογή του προσώπου που θα αναλάβει την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα αναμένεται να καθορίσουν την επόμενη ημέρα.
Η καταγγελία για τα 100.000 δολάρια και η απόφαση του Λευκού Οίκου
Η υπόθεση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ βρέθηκε σε νέο επίπεδο μετά τις αποκαλύψεις της Wall Street Journal και τις καταγγελίες του Αμερικανού επιχειρηματία Έρικ Ντίτερς. Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, η πρώην πρέσβειρα φέρεται να ζήτησε 100.000 δολάρια με αντάλλαγμα τη διαμεσολάβησή της προς κυβερνητικούς αξιωματούχους για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων αιτημάτων.
Η συγκεκριμένη καταγγελία διαφοροποιήθηκε από τις υπόλοιπες αναφορές που είχαν προηγηθεί, καθώς συνοδεύτηκε από δημόσια και επώνυμη τοποθέτηση του επιχειρηματία, ο οποίος παρουσιάζεται ως υποστηρικτής και χρηματοδότης του Ντόναλντ Τραμπ. Η δημοσιοποίηση συγκεκριμένων στοιχείων αύξησε την πολιτική πίεση προς την αμερικανική κυβέρνηση, η οποία αρχικά έδειχνε να εκτιμά ότι μπορούσε να ελέγξει τις αντιδράσεις.
Ενδεικτική θεωρήθηκε η κάλυψη που παρείχε ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Γκιλφόιλ κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στην Αθήνα την προηγούμενη Τετάρτη. Ωστόσο, η συνέχεια της υπόθεσης φέρεται να περιόρισε τα περιθώρια χειρισμών για τον Λευκό Οίκο.
Μετά και τη δημόσια τοποθέτηση του Τραμπ, η παραμονή της στην Αθήνα έμοιαζε πλέον δύσκολη. Η εξέλιξη επιβεβαιώθηκε με την ανακοίνωση της νέας εκπροσώπου του Λευκού Οίκου, κατά την πρώτη ενημέρωση των δημοσιογράφων από την ανάληψη των καθηκόντων της, ότι είχε ζητηθεί η παραίτηση της Αμερικανίδας πρέσβειρας.
Η απομάκρυνσή της αποτελεί προσωπικό πλήγμα για τον Τραμπ, καθώς η Γκιλφόιλ ανήκε στον στενό πολιτικό και κοινωνικό κύκλο του και ο διορισμός της στην Αθήνα ήταν δική του επιλογή. Παράλληλα, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο αντιπαράθεσης στο εσωτερικό των ΗΠΑ, με τα μέσα ενημέρωσης που ασκούν κριτική στον Αμερικανό πρόεδρο να αναμένεται να δώσουν ιδιαίτερη έμφαση στην υπόθεση.
Πρέπει, ωστόσο, να διαχωρίζονται οι καταγγελίες από τα αποδεδειγμένα γεγονότα. Οι ισχυρισμοί σε βάρος της Γκιλφόιλ έχουν απορριφθεί από την ίδια και τους δικηγόρους της, ενώ η διερεύνησή τους παραμένει κρίσιμο στοιχείο για την αποσαφήνιση της υπόθεσης.
Ο Κάθετος Διάδρομος και τα ενεργειακά σχέδια που δεν πρέπει να μπουν στο στόχαστρο
Για την Ελλάδα, η σημαντικότερη πρόκληση είναι να μην εξελιχθεί η πολιτική κρίση στην Ουάσιγκτον σε πρόβλημα για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις. Η Αθήνα επιδιώκει να διασφαλίσει ότι οι εξελίξεις γύρω από την πρώην πρέσβειρα δεν θα επηρεάσουν τις συμφωνίες και τις πρωτοβουλίες που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.
Στην πρώτη γραμμή βρίσκεται ο Κάθετος Διάδρομος, ένα ενεργειακό σχέδιο στρατηγικής σημασίας για τη μεταφορά φυσικού αερίου και την ενίσχυση του ρόλου της Ελλάδας στον ενεργειακό χάρτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η συμφωνία για τη διάθεση αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου, γνωστού ως LNG.
Η σχετική συμφωνία ανακοινώθηκε στη σύνοδο της Διατλαντικής Ενεργειακής Συνεργασίας, της P-TEC, στις 6 και 7 Νοεμβρίου, παρουσία του Νταγκ Μπέργκαμ, επικεφαλής του Εθνικού Συμβουλίου Ενεργειακής Κυριαρχίας και υπουργού Εσωτερικών των ΗΠΑ, καθώς και του υπουργού Ενέργειας Κρις Ράιτ.
Η χρονική ακολουθία έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η Γκιλφόιλ είχε φθάσει στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου και στις 4 Νοεμβρίου είχε επιδώσει τα διαπιστευτήριά της στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αναλαμβάνοντας επισήμως τα καθήκοντά της.
Ωστόσο, ο σχεδιασμός του Κάθετου Διαδρόμου είχε ξεκινήσει τουλάχιστον μία δεκαετία νωρίτερα, ενώ οι αποφάσεις για την προώθησή του είχαν ήδη δρομολογηθεί από τον Σεπτέμβριο, στο πλαίσιο των επαφών του υπουργού Ενέργειας Σταύρου Παπασταύρου με τον Αμερικανό υπουργό Εσωτερικών.
Είχε, μάλιστα, προχωρήσει και η διαμόρφωση του σχήματος που θα αναλάμβανε την υλοποίηση του έργου. Με αυτά τα δεδομένα, η επιλογή της κοινοπραξίας και οι βασικές αποφάσεις για την ενεργειακή συνεργασία δεν θα μπορούσαν να αποδοθούν αποκλειστικά σε μια πρέσβειρα που είχε αναλάβει τα καθήκοντά της μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα.
Η Γκιλφόιλ υποστήριξε ενεργά τον Κάθετο Διάδρομο κατά τη διάρκεια της παρουσίας της στην Ελλάδα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η προώθησή του αποτελούσε προσωπική της πρωτοβουλία. Το έργο εντάσσεται στις ευρύτερες προτεραιότητες της αμερικανικής ενεργειακής και εξωτερικής πολιτικής, τις οποίες θα καλούνταν να υπηρετήσει οποιοσδήποτε Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα.
Η σύνδεση της υπόθεσης με τα ενεργειακά σχέδια απαιτεί, επομένως, ιδιαίτερη προσοχή. Οι αναφορές περί άσκησης αθέμιτης επιρροής υπέρ συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων στον Κάθετο Διάδρομο αποτελούν διαφορετικό ζήτημα από την καταγγελία Ντίτερς και, σύμφωνα με το αρχικό δημοσίευμα, δεν συνοδεύονταν από αντίστοιχα αποδεικτικά στοιχεία.
Η στοχοποίηση των ενεργειακών συμφωνιών μόνο και μόνο επειδή ανακοινώθηκαν κατά την παρουσία της Γκιλφόιλ στην Ελλάδα ενέχει τον κίνδυνο να μετατρέψει μια προσωπική και πολιτική κρίση σε αδικαιολόγητη αμφισβήτηση έργων εθνικής και περιφερειακής σημασίας.
Για την Αθήνα, το ζητούμενο είναι να διατηρηθεί η συνέχεια της συνεργασίας με την Ουάσιγκτον, χωρίς να διακυβευθούν οι ενεργειακές πρωτοβουλίες, οι διαπραγματεύσεις για την προμήθεια των F-35 και η στρατηγική σχέση των δύο χωρών. Σε μια περίοδο ανακατατάξεων στην Ανατολική Μεσόγειο, η διπλωματική παρουσία των ΗΠΑ στην Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.
Οι καταγγελίες της Wall Street Journal και το παρασκήνιο της πρεσβείας
Η υπόθεση της Γκιλφόιλ δεν περιορίστηκε στην καταγγελία για τα 100.000 δολάρια. Τα προηγούμενα δημοσιεύματα της Wall Street Journal είχαν ήδη αναδείξει μια σειρά από ζητήματα σχετικά με τη συμπεριφορά της και τις επαφές της στην Ελλάδα.
Σε ένα από αυτά, η Αμερικανίδα πρέσβειρα φέρεται να είχε αναφερθεί στη Ρουμανία, υποστηρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να ανατρέπουν κυβερνήσεις. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η τοποθέτηση αυτή εκλήφθηκε ως έμμεση απειλή.
Στο επίκεντρο βρέθηκαν επίσης οι μετακινήσεις της με ιδιωτικά και η συμμετοχή της σε κοινωνικές εκδηλώσεις, με αναφορές ότι τα έξοδα καλύπτονταν από επιχειρηματίες. Η ίδια, μέσω δημόσιων δηλώσεων και των δικηγόρων της, υποστήριξε ότι είχε ενημερώσει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τις κινήσεις της, προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των κανόνων δεοντολογίας.
Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι οι αναφορές αυτές δεν έχουν όλες την ίδια αποδεικτική βάση. Σύμφωνα με το αρχικό κείμενο, η καταγγελία Ντίτερς συνοδεύτηκε από δημόσια τοποθέτηση και συγκεκριμένα στοιχεία, ενώ για τους υπόλοιπους ισχυρισμούς δεν είχαν παρουσιαστεί αντίστοιχα αποδεικτικά δεδομένα.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς η πολιτική συζήτηση γύρω από την απομάκρυνση της πρέσβειρας δεν πρέπει να οδηγεί στην άκριτη εξομοίωση καταγγελιών διαφορετικής βαρύτητας ή στην αμφισβήτηση έργων χωρίς τεκμηρίωση.
Γιατί η παραμονή της στην Αθήνα έγινε προβληματική
Η συνέχιση της θητείας της Γκιλφόιλ μετά τις τελευταίες εξελίξεις θα δημιουργούσε, σύμφωνα με την ανάλυση του αρχικού δημοσιεύματος, σημαντικά προβλήματα τόσο για την ίδια όσο και για την ελληνική πλευρά. Κάθε διπλωματική πρωτοβουλία της θα κινδύνευε να ενταχθεί στην πολιτική αντιπαράθεση που είχε ξεσπάσει στις ΗΠΑ, περιορίζοντας την αποτελεσματικότητά της.
Μια πρέσβειρα που βρίσκεται στο επίκεντρο σοβαρών καταγγελιών και αμφισβητείται πολιτικά δυσκολεύεται να λειτουργήσει ως αξιόπιστος δίαυλος επικοινωνίας με την Ουάσιγκτον. Για την Ελλάδα, η διατήρηση μιας αποτελεσματικής διπλωματικής σχέσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς απαιτούνται συνεχείς επαφές για ζητήματα ασφάλειας, άμυνας, ενέργειας και περιφερειακής σταθερότητας.
Η αρχική επιλογή της Γκιλφόιλ είχε προκαλέσει συζητήσεις ακριβώς επειδή η διαδρομή της συνδεόταν περισσότερο με τον πολιτικό και προσωπικό κύκλο του Τραμπ παρά με μια σταδιοδρομία στη διπλωματία. Η ίδια ήταν δημοφιλής υποστηρίκτρια του Αμερικανού προέδρου από την προηγούμενη θητεία του και διατηρούσε στενούς δεσμούς με την οικογένειά του, μεταξύ άλλων λόγω της σχέσης της με τον γιο του, Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ.
Η επιλογή της είχε συγκριθεί με τον διορισμό του Τομ Μπαράκ στην Άγκυρα, προσωπικού φίλου του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος έχει αναδειχθεί σε σημαντικό παράγοντα της αμερικανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή, διαθέτοντας διευρυμένες αρμοδιότητες και παρά τη στάση του που έχει χαρακτηριστεί φιλοτουρκική.
Η κριτική προς τη Γκιλφόιλ δεν αφορούσε μόνο τα προσόντα της για τη θέση, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε το δημόσιο προφίλ της. Οι επικρίσεις επικεντρώθηκαν στην κοινωνική της δραστηριότητα και στην εικόνα που δημιουργήθηκε γύρω από τη συμπεριφορά της, η οποία, κατά τους επικριτές της, δεν ανταποκρινόταν πάντοτε στο κύρος του αξιώματος που κατείχε.
Η θητεία της δεν συμπλήρωσε έναν χρόνο. Η αποχώρησή της αφήνει, επομένως, ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο οι επόμενες επιλογές της αμερικανικής κυβέρνησης για κρίσιμες διπλωματικές θέσεις θα βασιστούν περισσότερο στην προσωπική εμπιστοσύνη του προέδρου ή στην εμπειρία και τη γνώση των διεθνών σχέσεων.
Ποιος αναλαμβάνει την πρεσβεία και τι σημαίνει η καθυστέρηση του νέου διορισμού
Μέχρι τον ορισμό νέου πρέσβη, καθήκοντα επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής στην Αθήνα αναλαμβάνει ο επιτετραμμένος Τζόσουα Χακ. Πρόκειται, σύμφωνα με το αρχικό δημοσίευμα, για έμπειρο διπλωμάτη με γνώση των ζητημάτων της περιοχής, χαρακτηριστικά που μπορούν να συμβάλουν στη διαχείριση της δύσκολης κατάστασης που έχει δημιουργηθεί.
Το μεγάλο ερώτημα αφορά πλέον το χρονοδιάγραμμα της επόμενης επιλογής του Λευκού Οίκου.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει αφήσει κενές 92 θέσεις πρεσβευτών σε σύνολο 196 αμερικανικών πρεσβειών στο εξωτερικό, οι οποίες λειτουργούν με επιτετραμμένους.
Μεταξύ των χωρών που αναφέρονται στο αρχικό δημοσίευμα περιλαμβάνονται η Γερμανία, η Βουλγαρία, η Σλοβακία, η Ουκρανία, η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Βιετνάμ, η Βολιβία και η Κολομβία.
Η στάση της σημερινής αμερικανικής διοίκησης απέναντι στους διπλωμάτες καριέρας έχει επίσης σημασία. Με εξαίρεση τον Μάρκο Ρούμπιο, η κυβέρνηση έχει επικριθεί για την περιορισμένη προτίμησή της σε επαγγελματίες διπλωμάτες, ενώ ο Τραμπ έχει επανειλημμένα επιλέξει προσωπικούς φίλους και επιχειρηματίες για σημαντικές διπλωματικές θέσεις.
Η επόμενη επιλογή για την Αθήνα θα εξαρτηθεί και από την έκβαση των ενδιάμεσων εκλογών. Εάν ο νέος πρέσβης δεν οριστεί εγκαίρως, ώστε να ολοκληρωθεί η διαδικασία ακρόασης από την αρμόδια επιτροπή της Γερουσίας και έγκρισης από την Ολομέλεια πριν από το τέλος του έτους, ενδεχόμενη επικράτηση των Δημοκρατικών στη Γερουσία θα μπορούσε να δυσκολέψει σημαντικά την επικύρωση ενός υποψηφίου του Τραμπ.
Σε ένα περιβάλλον έντονης πολιτικής πόλωσης, η πλήρωση της θέσης ενδέχεται να εξελιχθεί σε ακόμη ένα πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ του Λευκού Οίκου και των Δημοκρατικών.
Η έρευνα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και ο ρόλος των ενδιάμεσων εκλογών
Παράλληλα με τις διπλωματικές εξελίξεις, ανοιχτό παραμένει το ζήτημα της διερεύνησης των καταγγελιών σε βάρος της Γκιλφόιλ. Σύμφωνα με το αρχικό δημοσίευμα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει ήδη ξεκινήσει έρευνα, χωρίς να έχει διευκρινιστεί εάν αυτή έχει λάβει τη μορφή επίσημης έρευνας του Γενικού Επιθεωρητή, γνωστής ως IG formal probe.
Η έκβαση των ενδιάμεσων εκλογών ενδέχεται να επηρεάσει καθοριστικά την πορεία της υπόθεσης. Εάν αλλάξουν οι συσχετισμοί στο Κογκρέσο, αναμένεται να αυξηθεί η πίεση για πληρέστερη διερεύνηση των δημοσιευμάτων και των καταγγελιών.
Ήδη, σύμφωνα με το κείμενο, οι επικεφαλής των Δημοκρατικών στις Επιτροπές Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας και της Βουλής έχουν ζητήσει επίσημη έρευνα. Μια ενδεχόμενη αλλαγή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας θα μπορούσε να ενισχύσει τις δυνατότητες εποπτείας και να μετατρέψει την υπόθεση σε ευρύτερο πολιτικό ζήτημα για την κυβέρνηση Τραμπ.
Η απομάκρυνση της Γκιλφόιλ έχει, παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία λόγω του τρόπου με τον οποίο ανακοινώθηκε. Στο παρελθόν, κυβερνήσεις χωρών υποδοχής είχαν ζητήσει την απομάκρυνση Αμερικανών πρέσβεων. Το 2019, κατά την πρώτη θητεία Τραμπ, ανακλήθηκε η πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Ουκρανία, Μαρί Γιοβάνοβιτς, δύο χρόνια πριν από την ολοκλήρωση της θητείας της.
Η περίπτωση της Γκιλφόιλ, ωστόσο, παρουσιάζεται ως πρωτοφανής ως προς το γεγονός ότι ο Λευκός Οίκος ζήτησε δημοσίως την παραίτηση εν ενεργεία πρέσβειρας. Η δημόσια διάσταση της απόφασης ενισχύει τις πολιτικές της επιπτώσεις και καθιστά δυσκολότερη την αποσύνδεσή της από τη γενικότερη αντιπαράθεση στην Ουάσιγκτον.
Για την Ελλάδα, το ζητούμενο είναι να παραμείνουν ανεπηρέαστοι οι βασικοί δίαυλοι επικοινωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και να διατηρηθεί η συνέχεια των συμφωνιών που έχουν ήδη δρομολογηθεί.
Η ενεργειακή συνεργασία, ο Κάθετος Διάδρομος, τα F-35 και οι περιφερειακές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελούν ζητήματα που απαιτούν σταθερή διπλωματική εκπροσώπηση, ανεξάρτητα από τις πολιτικές αναταράξεις στην αμερικανική πρωτεύουσα.
Η επόμενη ημέρα θα κριθεί τόσο από την πορεία των ερευνών όσο και από τις αποφάσεις του Τραμπ για τη νέα ηγεσία της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα. Το κρίσιμο για την ελληνική πλευρά είναι η αποχώρηση μιας αμφιλεγόμενης διπλωματικής επιλογής να μην αφήσει πίσω της ρήγματα σε μια στρατηγική σχέση που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία.
Πηγή: indicator.gr
