Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων ανεβαίνουν στα ύψη διεθνώς, αυξάνοντας το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Παράλληλα, η έκρηξη επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί έναν νέο γίγαντα που ζητά δανεικά, με κυβερνήσεις και επιχειρήσεις να διεκδικούν τα ίδια κεφάλαια.

Οι αγορές κρατικού χρέους βρίσκονται αντιμέτωπες με μια νέα περίοδο πίεσης, καθώς οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων τίτλων έχουν αυξηθεί σημαντικά στις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου.

Αυτή η εξέλιξη έχει περάσει από το επίπεδο των χρηματιστηριακών διακυμάνσεων στην καρδιά της δημοσιονομικής πολιτικής: όσο ακριβότερα δανείζονται τα κράτη, τόσο μεγαλύτερο μέρος των προϋπολογισμών τους κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του χρέους.

Παγκόσμια Άνοδος των Αποδόσεων

Από τις ΗΠΑ έως την Ιαπωνία, τη Βρετανία και τη Γερμανία, οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις έχουν φτάσει σε επίπεδα πολλών ετών.

Η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου βρέθηκε περίπου στο 5,4%, κοντά στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο δεκαετιών.

Στη Βρετανία και την Ιαπωνία οι αντίστοιχες αποδόσεις έχουν φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα του αιώνα, ενώ στη Γερμανία έχουν ανέβει στο υψηλότερο σημείο από το 2009.

Ο Τζορτζ Κόουλ, επικεφαλής στρατηγικής ευρωπαϊκών επιτοκίων στην Goldman Sachs Research, εκτιμά ότι η άνοδος δεν αποτελεί απλώς τεχνική κίνηση της αγοράς. Επισημαίνει ότι η σχετικά χαμηλή μεταβλητότητα παρά την άνοδα των αποδόσεων υποδηλώνει πως η κίνηση συνδέεται περισσότερο με θεμελιώδεις οικονομικούς παράγοντες παρά με μια προσωρινή αναστάτωση.

Οι παράγοντες αυτοί είναι πολλοί: υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα, αυξημένες ανάγκες δανεισμού, επίμονος πληθωρισμός, ενεργειακές πιέσεις, αλλά και η πρωτοφανής επενδυτική κινητοποίηση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη.

Πώς η Άνοδος των Επιτοκίων Επηρεάζει το Χρέος

Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος του κινδύνου, πρέπει πρώτα να ξεχωρίσουμε την τιμή ενός ομολόγου από την απόδοσή του.

Όταν ένα κράτος εκδίδει έναν τίτλο, δεσμεύεται να καταβάλει συγκεκριμένους τόκους και να επιστρέψει το αρχικό κεφάλαιο στη λήξη.

Ο τίτλος όμως μπορεί να αλλάζει χέρια στη δευτερογενή αγορά.

Εάν οι επενδυτές πουλήσουν ομόλογα, οι τιμές τους υποχωρούν.

Επειδή το κουπόνι ενός ήδη υπάρχοντος τίτλου παραμένει σταθερό, η χαμηλότερη τιμή αγοράς αυξάνει την απόδοση για τον νέο κάτοχο.

Έτσι, η πτώση τιμών σημαίνει άνοδο αποδόσεων.

Αυτή η εξέλιξη έχει άμεση επίπτωση και στις νέες εκδόσεις. Όταν οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη απόδοση στη δευτερογενή αγορά, τα κράτη πρέπει να προσφέρουν ανταγωνιστικότερα επιτόκια για να προσελκύσουν κεφάλαια. Το πρόβλημα γίνεται πολύ μεγαλύτερο όταν μια κυβέρνηση έχει ήδη συσσωρεύσει μεγάλο χρέος και πρέπει κάθε χρόνο να αναχρηματοδοτεί μέρος του.

Δεν αυξάνεται δηλαδή το κόστος εξυπηρέτησης ολόκληρου του χρέους από τη μία ημέρα στην άλλη. Καθώς όμως λήγουν παλαιότεροι τίτλοι και αντικαθίστανται από νέους με υψηλότερο επιτόκιο, το μέσο κόστος δανεισμού ανεβαίνει σταδιακά.

Αυτό είναι το μεγάλο δημοσιονομικό πρόβλημα. Στις ΗΠΑ, η ετησιοποιημένη δαπάνη για τόκους του ομοσπονδιακού χρέους έχει ανέλθει σε επίπεδα-ρεκόρ, περίπου 1,38 τρισ. δολάρια. Η δαπάνη αυτή αντιστοιχεί περίπου στο 4,2% του αμερικανικού ΑΕΠ, έναντι 2,3% στο τέλος του 2020. Μέσα σε πέντε χρόνια, η ετήσια δαπάνη για τόκους έχει αυξηθεί κατά περίπου 900 δισ. δολάρια.

Όσο υψηλότερες παραμένουν οι αποδόσεις, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο λογαριασμός για τους προϋπολογισμούς.

Η Γαλλία αποτελεί χαρακτηριστικό ευρωπαϊκό παράδειγμα. Το δημόσιο χρέος της ανήλθε στα 3,54 τρισ. ευρώ, ή 117,5% του ΑΕΠ, το πρώτο τρίμηνο του 2026, από 115,7% στο τέλος του 2025. Η κυβέρνηση προβλέπει περαιτέρω άνοδο στο 119,3% το 2026 και στο 121,7% το 2027.

Την ίδια ώρα, οι δημοσιονομικές προβλέψεις έχουν επιδεινωθεί.

Το έλλειμμα εκτιμάται πλέον στο 5,4% του ΑΕΠ το 2026 και θα μπορούσε να φτάσει το 6,5% το 2027 χωρίς νέα μέτρα.

Η κυβέρνηση του Σεμπαστιάν Λεκορνί έχει παρουσιάσει δημοσιονομική προσπάθεια περίπου 54 δισ. ευρώ με στόχο τον περιορισμό του ελλείμματος στο 5% του ΑΕΠ το 2027, όμως μεγάλο μέρος του σχεδίου παραμένει πολιτικός στόχος και όχι πλήρως τεκμηριωμένο πρόγραμμα.

Το πρόβλημα είναι ότι ολοένα μεγαλύτερο τμήμα της προσπάθειας πρέπει να κατευθυνθεί στην αντιμετώπιση του κόστους του ίδιου του χρέους. Μόνο οι δαπάνες για τόκους αναμένεται να αυξηθούν κατά περίπου 10 δισ. ευρώ το 2027.

Αυτή η κατάσταση εξηγεί γιατί η άνοδος των αποδόσεων αποτελεί πολύ μεγαλύτερη απειλή για μια υπερχρεωμένη οικονομία από ό,τι για ένα κράτος με μικρό χρέος.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη ως Νέος Παράγοντας Δανεισμού

Ένας νέος, ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας που προστίθεται στην εξίσωση είναι η τεχνητή νοημοσύνη. Η επενδυτική έκρηξη στην AI απαιτεί τεράστια ποσά για data centers, μικροτσίπ, ηλεκτρικά δίκτυα, μετασχηματιστές, υποσταθμούς και παραγωγή ενέργειας. Οι τεχνολογικοί κολοσσοί έχουν αρχίσει να στρέφονται ολοένα και περισσότερο στις αγορές χρέους για να χρηματοδοτήσουν αυτή την επέκταση.

Σύμφωνα με την Goldman Sachs, οι εκδόσεις χρέους που συνδέονται με την AI έχουν φτάσει σχεδόν τα 500 δισ. δολάρια μέσα στο 2026.

Οι λεγόμενοι hyperscalers έχουν εκδώσει περίπου 194 δισ. δολάρια μέχρι στιγμής, έναντι 108 δισ. δολαρίων σε ολόκληρο το 2025.

Η Amanda Lynam, επικεφαλής credit strategy research της Goldman Sachs, εκτιμά ότι περίπου το ένα τρίτο των κεφαλαιουχικών δαπανών των hyperscalers θα χρηματοδοτηθεί με χρέος το 2026.

Η εικόνα δεν περιορίζεται στις μεγαλύτερες εταιρείες. Το σύνολο του οικοσυστήματος της AI –από data centers και εξοπλισμό έως ενεργειακές υποδομές και άλλες μορφές project finance– προσθέτει νέες ανάγκες χρηματοδότησης.

Οι επενδύσεις σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης από τους πέντε μεγαλύτερους αμερικανικούς κολοσσούς της ψηφιακής τεχνολογίας (Big Tech) αναμένεται να αυξηθούν κατά περισσότερο από 50% το 2027, φτάνοντας τα 1,2 τρισ. δολάρια, σύμφωνα με εκτιμήσεις στρατηγικών αναλυτών της Goldman Sachs. Το ποσό είναι υψηλότερο από την συγκλίνουσα εκτίμηση των αναλυτών της Wall Street για κεφαλαιουχικές δαπάνες ύψους 1,1 τρισ. δολάρια το 2027.

Το μέγεθος αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή τα κράτη χρειάζονται ταυτόχρονα τεράστια ποσά για την κάλυψη των δημοσιονομικών τους ελλειμμάτων. Με άλλα λόγια, κυβερνήσεις και τεχνολογικές επιχειρήσεις απευθύνονται στην ίδια δεξαμενή παγκόσμιων αποταμιεύσεων.

Ο ανταγωνισμός για κεφάλαια δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η AI «εκτοπίζει» το κρατικό χρέος. Σημαίνει όμως ότι αυξάνεται συνολικά η ζήτηση για κεφάλαια, γεγονός που ασκεί ανοδικές πιέσεις στις αποδόσεις των ομολόγων.