Μετά από μια μείωση κατά 25% το 2025, τα ξένα κεφάλαια επιστρέφουν δυναμικά στην ελληνική αγορά ακινήτων, σύμφωνα με έρευνα της Avison Young. Οι καθαρές άμεσες ξένες επενδύσεις σε ακίνητα στην Ελλάδα εκτιμώνται στα 511,6 εκατ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2026, καταγράφοντας αύξηση 43%.
Η αγορά των εμπορικών ακινήτων
Στην αγορά των εμπορικών ακινήτων, η εικόνα είναι πιο συγκρατημένη.
Ο όγκος των συναλλαγών άνω των 10 εκατομμυρίων ευρώ διαμορφώθηκε περίπου στα 560 εκατ. ευρώ το πρώτο εννεάμηνο του 2026, χωρίς να περιλαμβάνονται οι κατοικίες και με περιορισμένα διαθέσιμα στοιχεία για τις τιμές στον ξενοδοχειακό κλάδο.
Το ποσό αυτό είναι 32% χαμηλότερο από το αντίστοιχο διάστημα του 2025, γεγονός που η Avison Young αποδίδει κυρίως στην απουσία μεγάλων συναλλαγών χαρτοφυλακίων.
Παρά τη μείωση αυτή, οι τριμηνιαίοι όγκοι κινούνται κοντά στον μακροχρόνιο μέσο όρο των περίπου 190 εκατ. ευρώ, ενώ το μέσο μέγεθος συναλλαγής έχει υποχωρήσει στα 22 εκατομμύρια ευρώ, από 26 εκατομμύρια ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Η αγορά αναμένει ένα ισχυρότερο τέταρτο τρίμηνο.
Η Ελλάδα παραμένει μια μικρή αγορά σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Το 2025, οι επενδύσεις σε εμπορικά ακίνητα ανήλθαν σε 2,1 δισ. ευρώ, έναντι 25 δισ. ευρώ στη Γερμανία, 17,2 δισ. ευρώ στη Γαλλία, 11,9 δισ. ευρώ στην Ισπανία και 10,9 δισ. ευρώ στην Ιταλία.
Ευκαιρίες στην αγορά ακινήτων
Η πολυετής υποχώρηση της ανάπτυξης ακινήτων έχει δημιουργήσει έλλειψη σύγχρονων, θεσμικών προδιαγραφών ακινήτων, ανοίγοντας τον δρόμο για νέες επενδύσεις.
Η ανάκαμψη των τιμών, η οικονομική ανάπτυξη και το αυξημένο διεθνές ενδιαφέρον δημιουργούν ευκαιρίες σε τομείς όπως ο τουρισμός, η φοιτητική στέγαση, η κατοικία, τα logistics, τα data centers και τα ενεργειακά αποδοτικά κτίρια.
Το βασικό πρόβλημα παραμένει η έλλειψη αρκετά μεγάλων επενδυτικών ακινήτων και χαρτοφυλακίων που μπορούν να προσελκύσουν μεγάλα θεσμικά κεφάλαια.
Κατανομή επενδύσεων
Το πρώτο εννεάμηνο του 2026, τα γραφεία απορρόφησαν το 49% του συνολικού όγκου επενδύσεων, με καθοριστική συμβολή από δύο μεγάλες συναλλαγές ιδιοχρησιμοποιούμενων ακινήτων από δημόσιους φορείς, τον ΔΕΔΔΗΕ και το Ερευνητικό Κέντρο «Αθηνά».
Ακολουθούν τα τουριστικά ακίνητα με 17%, παρόλο που η αγορά δυσκολεύεται να εντοπίσει κατάλληλες επενδυτικές ευκαιρίες.
Τα ακίνητα μικτής χρήσης αντιστοιχούν σε 13%, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το repositioning του παλιού Μινιόν σε ακίνητο με χρήσεις κατοικίας και λιανικής.
Το μερίδιο των αγορών γης ανέρχεται στο 11%, περιλαμβάνοντας την είσοδο της Intracom/Ten Brinke στο Ελληνικό, ενώ βιομηχανικά ακίνητα και λιανική συγκεντρώνουν 5% και 4% αντίστοιχα. Στα γραφεία της Λεωφόρου Κηφισίας, το prime μηνιαίο ενοίκιο μπορεί να φτάσει τα 33 ευρώ ανά τ.μ., σύμφωνα με την Avison Young.
Οι Έλληνες οδηγοί της αγοράς
Παρά την άνοδο των ξένων επενδύσεων, οι Έλληνες επενδυτές κυριαρχούν στις εμπορικές συναλλαγές του εννεαμήνου.
Μεγάλες εταιρείες λιανικής, όπως η Lidl και η Dedeman, καθώς και δημόσιοι φορείς όπως ο ΔΕΔΔΗΕ, προχώρησαν σε αγορές μεγάλων κτιρίων.
Παράλληλα, developers και εταιρείες ακινήτων, μεταξύ των οποίων οι Dimand, Ten Brinke, Intracom και Ελλάκτωρ, επενδύουν σε μεγάλα projects ανάπτυξης και επαναξιοποίησης στην Αθήνα και την ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας.
Στροφή προς τη φιλοξενία και την κατοικία κάνουν και οι εταιρείες ακινήτων των τραπεζών και οι ΑΕΕΑΠ, προσαρμόζοντας τις επενδυτικές στρατηγικές τους.
Οι ξένοι επενδυτές, αντίθετα, δείχνουν μεγαλύτερη προτίμηση στη φιλοξενία, εισερχόμενοι στην ελληνική αγορά είτε απευθείας είτε μέσω εισηγμένων εταιρειών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα που καταγράφει η Avison Young είναι οι περιπτώσεις Nordic Leisure Travel Group/Premia, με επίκεντρο τη φιλοξενία, και LGT Capital Partners/Prodea Investments, με έμφαση στα logistics.
