Οι ελληνικές τράπεζες προετοιμάζονται να συμμετάσχουν στις επόμενες κινήσεις συγκέντρωσης που διαμορφώνονται στην ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά. Οι ισορροπίες και οι συσχετισμοί στον κλάδο αλλάζουν διαρκώς, κάτι που παρατηρούν και οι αναλυτές της KBW.
Ο χρονισμός αυτών των κινήσεων στην Ευρώπη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εθνικές ιδιαιτερότητες και τις πολιτικές εξελίξεις. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση δεν αναμένεται να αποκτήσει πλήρη δυναμική πριν από τις εθνικές εκλογές.
Παράλληλα, έχει διαφοροποιηθεί και το «μενού» των διαθέσιμων επιλογών.
Οι ελληνικές τράπεζες τα τελευταία χρόνια έχουν αξιοποιήσει το κεφάλαιο και την επιστροφή στην ανάπτυξη, διευρύνοντας το αποτύπωμά τους σε τομείς όπως η διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, οι ασφάλειες, η επενδυτική τραπεζική και η παρουσία σε γειτονικές αγορές.
Αυτές οι κινήσεις ανέβασαν τον πήχη για τους εν δυνάμει αγοραστές λόγω των υψηλότερων αποτιμήσεων, καθιστώντας παράλληλα το «πακέτο» που θα αποκτούσαν πολύ μεγαλύτερο και πιο σύνθετο.
Το επόμενο κεφάλαιο ενοποίησης δεν αποκλείεται να γραφτεί και «εκ των έσω».
Πιθανή σύγκλιση Εθνικής και Τράπεζας Κύπρου
Η KBW επαναφέρει στο προσκήνιο την προοπτική μιας συμφωνίας μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου.
Και οι δύο τράπεζες θεωρούνται εθνικές «μπράντες» σε Ελλάδα και Κύπρο αντίστοιχα, γεγονός που προσδίδει ισχυρή συμβολική σημασία σε μια τέτοια εξέλιξη.
Επιπλέον, εμφανίζουν ομοιότητες στη δομή των ισολογισμών τους, διαθέτοντας σημαντική πλεονάζουσα ρευστότητα και ισχυρή κεφαλαιακή βάση.
Η συνύπαρξη τους θα δημιουργούσε ένα διευρυμένο τραπεζικό αποτύπωμα σε δύο αγορές με στενούς δεσμούς.
Ωστόσο, υπάρχει και η παράμετρος των ρωσικών κεφαλαίων που εξακολουθεί να επηρεάζει τη μετοχική σύνθεση της Τράπεζας Κύπρου.
Ένα σημαντικό ποσοστό παραμένει «εγκλωβισμένο» λόγω των κυρώσεων, περιορίζοντας τα περιθώρια για αλλαγές στη μετοχική βάση και αποτελώντας ανασταλτικό παράγοντα για μια πιθανή συναλλαγή.
Ταυτόχρονα, η Λευκωσία δύσκολα θα έβλεπε με αδιαφορία την απώλεια της τελευταίας μεγάλης κυπριακής τράπεζας σε ξένα χέρια, καθώς η Bank of Cyprus παραμένει η μοναδική σημαντική τράπεζα της χώρας που δεν έχει περάσει υπό ελληνικό ή άλλο ξένο έλεγχο.
Σύμφωνα με το υποθετικό μοντέλο της KBW, η συναλλαγή προϋποθέτει 20% premium, με την τιμή αγοράς για την Τράπεζα Κύπρου να διαμορφώνεται στα 12,7 ευρώ ανά μετοχή και το συνολικό deal value στα 5,52 δισ. ευρώ.
Η δομή της συμφωνίας προβλέπει 50% equity – 50% cash, δηλαδή έκδοση 157 εκατ. νέων μετοχών για το σκέλος της equity consideration, αξίας περίπου 2,76 δισ. ευρώ.
Στο σκέλος των συνεργειών, εκτιμάται ότι η ενοποίηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση του λειτουργικού κόστους κατά 30% σε πλήρη ανάπτυξη των συνεργειών, με όφελος 101 εκατ. ευρώ το 2029.
Προβλέπεται επίσης κόστος αναδιάρθρωσης κοντά στα 100 εκατ. ευρώ και περιορισμένη απώλεια εσόδων κατά την ενοποίηση.
Σε επίπεδο κερδοφορίας, η KBW υπολογίζει pro forma καθαρά κέρδη 1,52 δισ. ευρώ το 2026, τα οποία αυξάνονται στα 2,16 δισ. ευρώ το 2029. Τα κέρδη ανά μετοχή (EPS) της Εθνικής ενισχύονται από 1,41 ευρώ σε 1,59 ευρώ το 2026 και 2,08 ευρώ το 2029, συνεπάγοντας EPS accretion 12,7% και 11,2% αντίστοιχα. Το ROTE της ενοποιημένης τράπεζας διαμορφώνεται στο 20,8% το 2026 και στο 21% το 2029.
Η Fairfax κρατά το κλειδί για τη Eurobank
Στη Eurobank, η συζήτηση ξεκινά από τη μετοχική της σύνθεση, πέρα από το διεθνοποιημένο πακέτο δραστηριοτήτων της. Η Fairfax, με ποσοστό λίγο κάτω από το 33%, αποτελεί έναν προφανή συνομιλητή για έναν στρατηγικό επενδυτή, πολύ περισσότερο από ό,τι θα συνέβαινε σε μια τράπεζα με πολυκερματισμένο μετοχολόγιο.
Με αυτά τα δεδομένα, η KBW βάζει στο κάδρο την Intesa Sanpaolo, η οποία έχει ήδη κάνει το πρώτο βήμα στην ελληνική αγορά μέσω της Eurizon και διατηρεί ισχυρή παρουσία στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Την ίδια ώρα, η παρουσία της KBC στη Βουλγαρία έχει τροφοδοτήσει σενάρια για τη Eurobank, τα οποία, ωστόσο, η ίδια η βελγική τράπεζα έχει απορρίψει προς το παρόν.
Η ιταλική τράπεζα έχει δείξει ενδιαφέρον για ανάπτυξη μέσω εξαγορών.
Μια κίνηση προς τη Eurobank θα αποτελούσε ένα σημαντικό βήμα, καθώς θα της έδινε ταυτόχρονα παρουσία σε Ελλάδα, Κύπρο και Βουλγαρία.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η δήλωση του CEO της Intesa, Carlo Messina, ο οποίος έχει ξεκαθαρίσει ότι η τράπεζα δεν ενδιαφέρεται για εξαγορές μειοψηφικών πακέτων απλώς για να αυξήσει τα κέρδη μέσω ενοποίησης.
Προς το παρόν, πάντως, η Intesa έχει αλλού στραμμένη την προσοχή της, καθώς η εκκρεμότητα με την BMPS εξακολουθεί να βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα της διοίκησης.
Στο υποθετικό σενάριο των αναλυτών, η Intesa θα προσέφερε premium 20% για την απόκτηση της Eurobank, ανεβάζοντας την τιμή στα 5,7 ευρώ ανά μετοχή και το συνολικό deal value στα 20,3 δισ. ευρώ.
Η συναλλαγή θα διενεργούνταν μέσω 80% equity και 20% cash, με την έκδοση περίπου 2,4 δισ. νέων μετοχών.
Σε όρους αποτίμησης, το τίμημα αντιστοιχεί σε 13,3 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη της Eurobank για το 2026, επίπεδο που υποχωρεί στις 9,6 φορές το 2029, ενώ το P/NAV από 2,1 φορές περιορίζεται σε 1,6 φορές.
Στο σκέλος των συνεργειών, η KBW υπολογίζει ότι η ενοποίηση θα μπορούσε να αποφέρει έως 405 εκατ. ευρώ ετησίως, με το όφελος να αναπτύσσεται σταδιακά έως το 2029.
Για την αναδιάρθρωση προβλέπεται κόστος 304 εκατ. ευρώ.
Υπό αυτό το πρίσμα, το μεγάλο κόστος της συναλλαγής «φορτώνεται» κυρίως εμπροσθοβαρώς, ενώ η εικόνα βελτιώνεται όσο ξεδιπλώνονται οι συνέργειες.
Παρά το μέγεθος της συναλλαγής, η επίδραση στα κέρδη της Intesa είναι αρχικά περιορισμένη, με το EPS accretion στο 0,2% το 2026, να αυξάνεται στο 1,2% το 2027, 2,5% το 2028 και 3,8% το 2029.
Επιπλέον, η κεφαλαιακή επίπτωση είναι σχετικά ελεγχόμενη.
Το CET1 της ενοποιημένης τράπεζας φτάνει στο 12,8% το 2026 και 12,3% το 2029, ενώ το ROTE αυξάνεται από 21,4% σε 24% στην ίδια περίοδο.
