Ο πληθυσμός της χώρας συνεχίζει να γερνάει, χωρίς το παραγωγικό ανθρώπινο δυναμικό να αυξάνεται με ανάλογους ρυθμούς. Το ερώτημα που τίθεται πλέον αφορά τις συντάξεις, το βιοτικό επίπεδο των νοικοκυριών και τον ρόλο της ιδιωτικής ασφάλισης.

Μη αναστρέψιμες θεωρούνται οι αλλαγές στο δημογραφικό της χώρας. Ειδικοί του κλάδου τονίζουν ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα πρόληψης για το συνταξιοδοτικό κενό που θα προκύψει, εφόσον ο πληθυσμός συνεχίζει να γερνάει χωρίς το παραγωγικό ανθρώπινο δυναμικό να αυξάνεται.

Την εικόνα σκιαγράφησε ο Βύρων Κοτζαμάνης, Καθηγητής Δημογραφίας, μιλώντας στο 2nd Financial Planning Forum που διοργάνωσε η Ένωση Financial Planners Ελλάδος (HFPA).

Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, «οι αλλαγές στο δημογραφικό δεν αναστρέφονται, επομένως πρέπει να υπολογίσουμε τι θα συμβεί στο μέλλον και πώς μπορούμε να προσαρμοστούμε καλύτερα στις αλλαγές αυτές».

2,5 εκατομμύρια συνταξιούχοι

Αυτήν τη στιγμή υπάρχουν 2,5 εκατομμύρια συνταξιούχοι στη χώρα, περίπου 20.000 περισσότεροι από ό,τι πέρυσι, την ίδια στιγμή που το εργατικό δυναμικό σε καμία περίπτωση δεν αυξάνεται με αντίστοιχους ρυθμούς.

Μάλιστα, ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων αναμένεται να αυξηθεί από 38% σε 65% μέσα στα επόμενα 25 χρόνια, κατατάσσοντας την Ελλάδα στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά εξάρτησης στην Ευρώπη.

Σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη, η μόνη ηλικιακή ομάδα που αναμένεται να αυξηθεί τα επόμενα 30 χρόνια είναι οι ηλικιωμένοι, κατά περίπου 700.000 άτομα, ενώ οι κάτω των 65 ετών θα μειωθούν κατά περίπου 2,7 εκατ. άτομα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδιωτική ασφάλιση κρίνεται σχεδόν αναγκαία, προκειμένου οι πολίτες να είναι οικονομικά ασφαλείς καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους, μέσω ενός συμπληρωματικού προς την κρατική σύνταξη εισοδήματος. Ένα τέτοιο εισόδημα δεν ενισχύει μόνο το συνταξιοδοτικό εισόδημα των πολιτών, αλλά και τη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος εν γένει.

Οι μεγάλες προκλήσεις του δημογραφικού

Η χρηματοδότηση της συνταξιοδότησης αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση του δημογραφικού προβλήματος. Με το προσδόκιμο ζωής να αυξάνεται δυσανάλογα με τον πληθυσμό, όλο και περισσότεροι πολίτες θα παραμένουν εκτός της αγοράς εργασίας για μεγαλύτερο διάστημα. Την ίδια στιγμή, το εισόδημά τους θα πρέπει να αυξηθεί, προκειμένου να επαρκεί για μια ποιοτική ζωή στα χρόνια της σύνταξης.

Με άλλα λόγια, η κατά κεφαλήν δαπάνη για τη δημόσια σύνταξη αυξάνεται, ενώ το εργατικό δυναμικό και οι επακόλουθες ασφαλιστικές εισφορές μειώνονται.

Επιπλέον, το αυξημένο προσδόκιμο ζωής αυξάνει τις δαπάνες υγείας, προσθέτοντας ένα επιπλέον κόστος στα νοικοκυριά.

Παράλληλα, η διαγενεακή οικονομική βοήθεια εντός της οικογένειας αναμένεται να ενισχυθεί τα επόμενα χρόνια. Όπως εξήγησε ο κ. Κοτζαμάνης, όσο οι γεννήσεις μειώνονται, αυξάνεται ο αριθμός των ανθρώπων που θα βρεθούν χωρίς κατιόντες, δηλαδή τέκνα, να τους βοηθήσουν οικονομικά σε μια δύσκολη στιγμή. Αυτό προσθέτει το επιπλέον πάγιο έξοδο του φροντιστή σε έναν ηλικιωμένο.

Η δημόσια σύνταξη χάνει έδαφος

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στο δεύτερο τεύχος του τριμηνιαίου δελτίου για το ιδιωτικό χρέος στην ελληνική οικονομία από το Ίδρυμα Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), με την υποστήριξη της CEPAL, από το 2019 έως το 2025 οι δημόσιες συντάξεις αυξήθηκαν κατά 6,3% σε ονομαστικούς όρους και διαμορφώθηκαν σε 1.235 ευρώ, από 1.162 ευρώ.

Σε πραγματικούς όρους, ωστόσο, η εικόνα είναι πολύ διαφορετική, καθώς έχουν καταγράψει μείωση κατά -11%.

Την ίδια στιγμή, οι ιδιωτικές συντάξεις εμφανίζονται πολύ πιο ανθεκτικές, καθώς κατάφεραν να μείνουν σε θετικό έδαφος τόσο σε ονομαστικούς όσο και σε πραγματικούς όρους την περίοδο 2019-2025. Συγκεκριμένα, σε ονομαστικούς όρους αυξήθηκαν από 730 ευρώ σε 884 ευρώ (+21%), ενώ σε πραγματικούς κατάφεραν να μείνουν αυξημένες κατά 1,3%.

Με το ελληνικό σύστημα να βασίζεται κατά 95% στον πρώτο πυλώνα, δηλαδή στο δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα, η επάρκεια του εισοδήματος κατά τη συνταξιοδότηση αποτελεί ένα κρίσιμο στοίχημα για τα επόμενα χρόνια.

Θέλουν, αλλά δεν μπορούν να αποταμιεύσουν

Οι Έλληνες αναγνωρίζουν όλο και περισσότερο την αξία της ασφάλισης και της αποταμίευσης, ωστόσο η χώρα συνεχίζει να υστερεί σημαντικά της Ευρώπης ως προς τη συνταξιοδοτική δύναμη των πολιτών της, με μόλις 4 στους 10 να αποταμιεύουν για τη σύνταξή τους, έναντι 6 στους 10 Ευρωπαίους.

Το κενό αυτό προκύπτει από μια σειρά παραγόντων που σχετίζονται με την οικονομική αδυναμία των Ελλήνων, την έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης αλλά και την έλλειψη εμπιστοσύνης προς την ιδιωτική ασφάλιση.

Σχετική έρευνα της Insurance Europe αποκαλύπτει πως, ενώ το 76% των Ελλήνων εμφανίζεται θετικά διακείμενο στην αποταμίευση για σύνταξη, μόλις το 15% από αυτούς δηλώνει ότι σκοπεύει να ξεκινήσει στο εγγύς μέλλον. Το 17% ενδιαφέρεται αλλά αισθάνεται ότι δεν διαθέτει επαρκείς πληροφορίες, ενώ το υπόλοιπο 44% δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να αποταμιεύει, ενώ θα ήθελε.

Πράγματι, στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν πως τα ελληνικά νοικοκυριά καταγράφουν αρνητικά ποσοστά αποταμίευσης και ουσιαστικά ξοδεύουν περισσότερα από αυτά που κερδίζουν. Ενδεικτικά, κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025 το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών στην Ελλάδα μειώθηκε κατά -3,6%, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη πτώση στην ΕΕ.

Σε ετήσιο επίπεδο, το 2024 η Ελλάδα βρισκόταν επίσης στη δυσμενέστερη θέση με αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης. Το γεγονός επιβεβαιώνουν και τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με τα οποία η αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών διευρύνθηκε περαιτέρω το προηγούμενο έτος, φτάνοντας το -1,9% του ΑΕΠ από -0,9% το 2023.

Η Insurance Europe υπογραμμίζει πως υπάρχει ανάγκη για στοχευμένες πολιτικές, συμβουλές και πλαίσια που υποστηρίζουν την ασφαλή και μακροπρόθεσμη αποταμίευση για τη σύνταξη, με έμφαση στην ενημέρωση, την ενίσχυση της εμπιστοσύνης και την πρόσβαση των πολιτών σε ασφαλή, διαφανή και ευέλικτα συνταξιοδοτικά προϊόντα.

Αποταμιεύσεις 5 ημερών

Το συνταξιοδοτικό κενό γίνεται ακόμη πιο σαφές αν αναλογιστεί κανείς πως, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, ένας 65χρονος Δανός βγαίνοντας στη σύνταξη έχει αποταμιεύσεις που αντιστοιχούν σε μισθούς 28 μηνών, ο μέσος Ευρωπαίος πολίτης έχει αποταμιεύσεις 8 μηνών, ενώ ο μέσος Έλληνας, ο οποίος βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στο κράτος για τη σύνταξή του, έχει αποταμιεύσεις μόλις 5 ημερών.

Πηγή: businessdaily.gr