Με ένα μικρότερο βάρος όσον αφορά το ελληνικό δημόσιο χρέος, αλλά και μια πολυετή δοκιμασία μπροστά της, προχωρά η Ελλάδα μετά την αποπληρωμή 2,5 δισ. ευρώ προς τον Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Η κίνηση, που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 1 Οκτωβρίου, προστίθεται στην προσπάθεια περιορισμού των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας. Το ζητούμενο πλέον είναι πόσο γρήγορα μπορεί να συνεχιστεί η αποκλιμάκωση και με ποιους όρους θα χρηματοδοτείται το Δημόσιο τα επόμενα χρόνια.

Η τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής δίνει μια σημαντική διάσταση σε αυτή τη συζήτηση. Η μείωση του χρέους συνδέεται με ενίσχυση της ανθεκτικότητας των ελληνικών ομολόγων στις διεθνείς αναταράξεις. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η αξιοπιστία χρειάζεται διαρκή επιβεβαίωση και ότι η ανάπτυξη θα καθορίσει τη συνέχεια.

Δημόσιο χρέος: Τι αλλάζει μετά την αποπληρωμή

Τα 2,5 δισ. ευρώ προήλθαν από έσοδα της αποεπένδυσης του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στις τράπεζες. Ο EFSF άσκησε τα συμβατικά δικαιώματα αποπληρωμής του επί αυτών των εσόδων, ενώ η διάθεση του ποσού στον συγκεκριμένο μηχανισμό συνδέθηκε με το υψηλότερο κόστος των δανείων του συγκριτικά με εκείνα του ESM. Πρόκειται, επομένως, για μια κίνηση με συγκεκριμένο χρηματοδοτικό υπόβαθρο.

Η στρατηγική των πρόωρων αποπληρωμών αποσκοπεί στη μείωση των μελλοντικών χρηματοδοτικών αναγκών και στη βελτίωση του προφίλ του χρέους. Για τη συνέχεια, κρίσιμος παράγοντας είναι η δυνατότητα διατήρησης ανάπτυξης και πρωτογενών πλεονασμάτων, ιδιαίτερα μετά την ολοκλήρωση της ισχυρής ώθησης του Ταμείου Ανάκαμψης.

Από την Ιταλία στο όριο του 100%

Το πρώτο κοντινό ορόσημο είναι η υποχώρηση του ελληνικού χρέους, ως ποσοστού του ΑΕΠ, κάτω από το ιταλικό. Οι προβλέψεις του ΔΝΤ τοποθετούν τον ελληνικό δείκτη στο 136,9% για το 2026 και τον ιταλικό στο 138,4%. Εφόσον επιβεβαιωθούν, η Ελλάδα θα εγκαταλείψει την πρώτη θέση στην ευρωπαϊκή κατάταξη του χρέους.

Η διαδρομή συνεχίζεται προς το 120% και, στη συνέχεια, προς το 100% του ΑΕΠ. Ωστόσο, οι κυβερνητικοί στόχοι και οι προβλέψεις των οργανισμών δεν ταυτίζονται. Ο στόχος υποχώρησης κάτω από το 120% έχει τοποθετηθεί στο 2029, ενώ οι προβολές του ΔΝΤ δίνουν 120,4% εκείνο το έτος, 115,5% το 2030 και 110,9% το 2031.

Για την επόμενη δεκαετία τοποθετείται η προοπτική υποχώρησης κάτω από το 100% στη διετία 2033–2034. Παράλληλα, επιδίωξη είναι η πλήρης εξόφληση των υπόλοιπων διμερών δανείων του πρώτου προγράμματος στήριξης έως το 2031, μία δεκαετία νωρίτερα από την αρχική τελική λήξη τους. Αυτά αποτελούν ορόσημα σχεδιασμού, των οποίων η επίτευξη εξαρτάται από την πορεία της οικονομίας.

Η μεγαλύτερη αλλαγή θα έρθει στη χρηματοδότηση

Η επόμενη μέρα αφορά και τη σύνθεση του χρέους. Το βασικό πλεονέκτημα της Ελλάδας παραμένει ο μεγάλος όγκος επίσημων δανείων με μακρές διάρκειες αποπληρωμής και ευνοϊκούς όρους. Καθώς όμως αυτές οι υποχρεώσεις περιορίζονται, αυξάνεται σταδιακά η σημασία του δανεισμού από τις διεθνείς αγορές.

Πάντως δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε την πρόσφατη προειδοποίηση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, στην έκθεση του οποίου αναφερόταν ότι μεγαλύτερο μέρος του νέου δανεισμού θα πραγματοποιείται με τα εκάστοτε επιτόκια της αγοράς. Αυτό καθιστά καθοριστικές την πιστοληπτική αξιοπιστία, την ανάπτυξη και τη διατήρηση δημοσιονομικών περιθωρίων.

Οι υποχρεώσεις προς τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς, άλλωστε, εκτείνονται για πολλές ακόμη δεκαετίες, με αποπληρωμές έως το 2070. Συνεπώς, το υψηλό δημόσιο χρέος αναμένεται να ακολουθεί την Ελλάδα για αρκετά χρόνια ακόμη, οπότε χρειάζεται προσοχή.

Γιατί τα ελληνικά ομόλογα αντέχουν περισσότερο

Αναφορικά με την έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού, αυτή εξετάζει δέκα χώρες της Ευρωζώνης και συγκρίνει την αντίδραση των αποδόσεων των δεκαετών ομολόγων σε περιόδους διεθνούς αβεβαιότητας. Το βασικό εύρημα είναι ότι η Ελλάδα καταγράφει τη μεγαλύτερη περιοριστική μεταβολή της ευαισθησίας των αποδόσεών της μεταξύ της πανδημικής και της μεταπανδημικής περιόδου.

Σύμφωνα με την ανάλυση, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκε κατά περίπου 34 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ των δύο περιόδων που συγκρίνονται, ενώ διατηρήθηκαν σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα. Η βελτίωση αποτυπώνεται σε μικρότερη αντίδραση των ελληνικών αποδόσεων όταν οι αγορές δέχονται εξωτερικούς κραδασμούς.

Πρόκειται για ισχυρότερες άμυνες απέναντι στην αβεβαιότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι αποδόσεις θα υποχωρούν σε κάθε διεθνή κρίση.

Το δύσκολο στοίχημα της ανάπτυξης

Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η δημοσιονομική πειθαρχία είναι απαραίτητη, αλλά χρειάζεται να συνδυάζεται με ανάπτυξη. Επενδύσεις, παραγωγικότητα και μεταρρυθμίσεις στη φορολογία, στη δημόσια διοίκηση και στις αγορές εργασίας και προϊόντων προσδιορίζουν τη δυνατότητα περαιτέρω μείωσης του χρέους.

Η επόμενη φάση θα κριθεί, συνεπώς, από το κατά πόσο η οικονομία μπορεί να μεγαλώνει αρκετά ώστε να περιορίζει το βάρος των υποχρεώσεών της, ενώ παράλληλα χρηματοδοτεί τις δημόσιες ανάγκες.

Η αποπληρωμή των 2,5 δισ. ευρώ αποτελεί έναν ακόμη σταθμό. Η διαδρομή προς το 100% απαιτεί πολλά χρόνια συνέπειας, επενδύσεων και διατηρήσιμης ανάπτυξης.

Πηγή: ot.gr

Συμπληρωματική εικόνα για το άρθρο