Συνεδρίαση υψηλής μεταβλητότητας ήταν η σημερινή για την Wall Street, καθώς οι επενδυτές βρέθηκαν αντιμέτωποι με έναν συνδυασμό πιέσεων. Αυτές προήλθαν από την άνοδο των τιμών πετρελαίου, την εκτίναξη των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων και τα πιο «σκληρά» μηνύματα από τη Fed για την πορεία των επιτοκίων.

Η πορεία των δεικτών

Οι βασικοί δείκτες ξεκίνησαν τη συνεδρίαση με σημαντική πτώση. Ωστόσο, περιόρισαν τις απώλειές τους μετά τις πληροφορίες ότι οι ΗΠΑ και το Ιράν εξετάζουν μια σταδιακή συμφωνία για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να περιλαμβάνει το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και την άρση του οικονομικού αποκλεισμού της Τεχεράνης. Αυτό επηρέασε θετικά και τις πετρελαϊκές τιμές.

Στο τέλος της συνεδρίασης, ο Dow Jones υποχώρησε κατά 0,31% στις 51.339 μονάδες, συμπληρώνοντας την τρίτη καθοδική του ημέρα. Ο S&P 500 σημείωσε ανεπαίσθητη κάμψη ύψους 0,02% στις 7.704 μονάδες. Αντιθέτως, ο Nasdaq βρέθηκε οριακά σε θετικό έδαφος, στο +0,01% και τις 26.939 μονάδες.

Αγορά ομολόγων σε πολυετή υψηλά

Η αγορά ομολόγων παρέμεινε στο επίκεντρο, με το sell-off να συνεχίζεται και τις αποδόσεις να κινούνται σε πολυετή υψηλά.

Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου αυξήθηκε κατά περίπου επτά μονάδες βάσης, φτάνοντας το 5,179%, επίπεδο που δεν είχε καταγραφεί από τον Ιούλιο του 2007. Αντιστοίχως, το 30ετές σκαρφάλωσε στο 5,468%, το υψηλότερο σημείο του από το 2004.

Ο Κινγκ Λιπ, επικεφαλής στρατηγικής στην BakerAvenue Wealth Management, εξήγησε: «Η αγορά αντιμετωπίζει έναν τριπλό μακροοικονομικό αντίθετο άνεμο: υψηλότερο πετρέλαιο, υψηλότερες αποδόσεις ομολόγων και μια πιο επιθετική Fed. Ο καθένας από αυτούς τους παράγοντες ξεχωριστά μπορεί να αντιμετωπιστεί. Όταν όμως εμφανίζονται και οι τρεις ταυτόχρονα, μπορούν να ασκήσουν πίεση στις αποτιμήσεις των μετοχών».

Αξίζει να σημειωθεί πως από την έναρξη του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η απόδοση του 2ετούς τίτλου έχει ανέβει κατά πάνω από 150 μονάδες βάσης και το 30ετές έχει προσθέσει τουλάχιστον 80 μονάδες βάσης.

Η Fed και οι προσδοκίες για τα επιτόκια

Το νέο ράλι στις αποδόσεις τροφοδοτήθηκε από την αλλαγή των προσδοκιών για την πορεία της νομισματικής πολιτικής της Fed.

Σύμφωνα με το εργαλείο FedWatch της CME, οι αγορές εκτιμούν πλέον πιθανότητα περίπου 77,5% για δεύτερη σερί αύξηση επιτοκίων τον Οκτώβριο, έναντι 55,4% μία εβδομάδα νωρίτερα. Επιπρόσθετα, η πιθανότητα νέας αύξησης του κόστους δανεισμού τον Δεκέμβριο έχει ξεπεράσει το 58%, από 41,7% την προηγούμενη εβδομάδα.

Οι επενδυτές αντέδρασαν στις νέες δηλώσεις αξιωματούχων της Fed, οι οποίοι υπογράμμισαν την ανάγκη να διασφαλιστεί η επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο.

Η πρόεδρος της Fed της Φιλαδέλφειας, Άννα Πόλσον, δήλωσε ότι ενδέχεται να χρειαστεί νέα αύξηση επιτοκίων για να επιστρέψει ο πληθωρισμός στον στόχο της κεντρικής τράπεζας. Ο βετεράνος πρόεδρος της Fed της Νέας Υόρκης, Τζον Γουίλιαμς, σημείωσε ότι η κεντρική τράπεζα έχει ακόμη «πολλή δουλειά να κάνει» για την αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η πρόεδος της Fed του Κλίβελαντ, Μπεθ Χάμακ, η οποία υπογράμμισε ότι η οικονομία αντιμετωπίζει μια σειρά διαταραχών στην προσφορά που αυξάνουν τον κίνδυνο να παγιωθούν οι πληθωριστικές προσδοκίες.

Επιπλέον, ο πρόεδρος της Fed του Ρίτσμοντ, Τομ Μπάρκιν, τόνισε ότι οι πιέσεις στο κόστος δεν περιορίζονται πλέον μόνο στην ενέργεια, αλλά έχουν διευρυνθεί σε μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας, αυξάνοντας τον κίνδυνο ο πληθωρισμός να καταστεί πιο επίμονος.

Ο Άντζελο Κουρκάφας της Edward Jones υποστήριξε: «Παρότι η ισχυρή ανάπτυξη και τα υγιή θεμελιώδη μεγέθη των επιχειρήσεων δείχνουν ότι τα επιτόκια δεν είναι ακόμη αρκετά περιοριστικά ώστε να εκτροχιάσουν την οικονομική επέκταση, η ταχεία άνοδος των αποδόσεων και η αυξημένη μεταβλητότητα στην αγορά ομολόγων δημιουργούν σημαντικότερο εμπόδιο για τις μετοχές».

Εξελίξεις στη Μέση Ανατολή

Οι αγορές παρακολούθησαν στενά και τις τελευταίες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, καθώς οι διπλωματικές κινήσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης δημιούργησαν ξαφνικά ελπίδες για αποκλιμάκωση.

Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, Αμερικανοί και Ιρανοί διαπραγματευτές στη Νέα Υόρκη εξετάζουν μια σταδιακή διαδικασία εξόδου από τη σύγκρουση. Αυτή θα μπορούσε να περιλαμβάνει το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ από την Τεχεράνη και την άρση του οικονομικού αποκλεισμού του Ιράν από την Ουάσιγκτον.

Τα Στενά του Ορμούζ έχουν εξελιχθεί σε βασικό σημείο διαπραγμάτευσης, καθώς το Ιράν επιδιώκει οικονομική ανακούφιση από τις αμερικανικές πιέσεις, ενώ οι ΗΠΑ ζητούν την αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας σε μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του κόσμου.

Παράλληλα, το Ιράν έχει μεταφέρει μέσω διπλωματικών διαύλων τις προϋποθέσεις του για την επαναλειτουργία του θαλάσσιου περάσματος. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η άρση του ναυτικού αποκλεισμού, η αποδέσμευση ιρανικών περιουσιακών στοιχείων και ο τερματισμός των εχθροπραξιών, σύμφωνα με ιρανικά μέσα που επικαλείται το Reuters.

Η απρόσμενη ελπίδα για πρόοδο είχε άμεσο αντίκτυπο στις πετρελαϊκές τιμές, περιορίζοντας τα αρχικά ισχυρά κέρδη που κατέγραφαν από νωρίς.

Τελικά, το Brent «έκλεισε» με άνοδο 3,4% (ανέβαινε πάνω από 4,5% νωρίτερα) στα 106,60 δολάρια και το αμερικανικό WTI πρόσθεσε 2,7% στα 94,61 δολάρια το βαρέλι.

Συναντήσεις κορυφής και εμπόριο

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των επενδυτών βρέθηκε και η πολυαναμενόμενη κατ’ ιδίαν συνάντηση του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με τον Κινέζο Πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ. Το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στις εμπορικές σχέσεις μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου.

Οι δύο χώρες συμφώνησαν να παρατείνουν για περίπου δύο μήνες την εμπορική εκεχειρία, σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, όμως σε πρώτη φάση δεν έγιναν επίσημες ανακοινώσεις.

Η συμφωνία, η οποία είχε υπογραφεί πέρυσι και επρόκειτο να λήξει τον Νοέμβριο, είχε αναστείλει έναν εμπορικό πόλεμο με διαδοχικές αυξήσεις δασμών που απειλούσαν να επιβαρύνουν την παγκόσμια ανάπτυξη.

Ο Μπέσεντ δήλωσε στο Fox News ότι η παράταση θα δώσει περισσότερο χρόνο στις δύο πλευρές να διαμορφώσουν μια πιθανώς ευρύτερη εμπορική συμφωνία. Ωστόσο, διευκρίνισε ότι δεν είναι ακόμη σαφές αν θα υπάρξει νέα συμφωνία πριν από τη νέα προθεσμία της 10ης Ιανουαρίου.

Πέρα από το εμπόριο, η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί επίσης βασικό πεδίο ανταγωνισμού, καθώς ΗΠΑ και Κίνα επιδιώκουν να αποκτήσουν προβάδισμα σε μια τεχνολογία στρατηγικής σημασίας. Παράλληλα, ο Σι Τζινπίνγκ πίεσε τον Τραμπ να κρατήσει αποστάσεις από την Ταϊβάν και να αντιταχθεί σε κάθε απόπειρα ανεξαρτησίας της.

Μετοχές: Κερδισμένοι και χαμένοι

Σε επίπεδο μετοχών, τα μέλη της περίφημης ομάδας των Υπέροχων Επτά κινήθηκαν καλύτερα από την αγορά συνολικά, με οδηγό την Meta Platforms. Η εταιρεία συνέχισε την ανοδική της πορεία με άλμα κοντά στο 4,5%, μετά την παρουσίαση νέων προϊόντων και εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία οι επενδυτές αξιολόγησαν θετικά.

Σημαντική άνοδος καταγράφηκε και για την Advanced Micro Devices (AMD), καθώς οι επενδυτές συνέχισαν να τοποθετούνται σε εταιρείες που θεωρούνται βασικοί ωφελημένοι από την έκρηξη των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, παρά τη γενικότερη πίεση στον κλάδο των ημιαγωγών.

Κερδισμένες ήταν και οι Paramount Skydance και Warner Bros. Discovery λόγω εξελίξεων γύρω από τη μεταξύ τους συμφωνία και τις προσδοκίες για αναδιάρθρωση στον κλάδο των μέσων ενημέρωσης.

Στον αντίποδα, η Oracle βρέθηκε στο επίκεντρο των πιέσεων με πτώση άνω του 3%, καθώς οι επενδυτές επανεξέτασαν τις υψηλές αποτιμήσεις της εταιρείας και τις μεγάλες επενδυτικές ανάγκες για υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.

Υπό πίεση βρέθηκε η Qualcomm, παρά την ανανέωση της συμφωνίας αδειοδότησης με την Apple, όπως και η Nvidia.

Στις χαμένες συγκαταλέγεται και η μετοχή της PepsiCo μετά την ανακοίνωση της εταιρείας για αυξήσεις τιμών σε ορισμένα προϊόντα σνακ, αναψυκτικά και ντιπ, μόλις λίγους μήνες μετά τη δέσμευσή της να καταστήσει τα προϊόντα της πιο προσιτά.

Πηγή: newmoney.gr

Συμπληρωματική εικόνα για το άρθρο