Η απουσία ενός ξεκάθαρου νομοθετικού πλαισίου για τη φορολογική αντιμετώπιση των κρυπτονομισμάτων δημιουργεί αντιφατικές αποφάσεις από την ΑΑΔΕ. Αυτό συμβαίνει είτε οι φορολογούμενοι δηλώνουν εισοδήματα από κέρδη ή ρευστοποίηση κρυπτονομισμάτων, είτε αυτά εντοπίζονται στους λογαριασμούς τους από την εφορία.
Οι κρίσεις της ΑΑΔΕ κυμαίνονται από την πλήρη αγνόηση των ποσών που προέρχονται από κρυπτονομίσματα – χωρίς να τα φορολογεί ή να τα δέχεται για την κάλυψη τεκμηρίων – έως τον χαρακτηρισμό τους ως «προσαύξηση περιουσίας από άγνωστη πηγή». Στην τελευταία περίπτωση, επιβάλλεται βαριά φορολόγηση, που μπορεί να ξεπεράσει το 50%, ενώ έχει επιβληθεί και ΦΠΑ στα ανταλλακτήρια.
Νομοθετικές παρεμβάσεις μόνο για το «πόθεν έσχες»
Οι νομοθετικές παρεμβάσεις που έχουν γίνει μέχρι στιγμής επικεντρώνονται στην ανταλλαγή δεδομένων με άλλες χώρες σχετικά με επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα. Αυτό αφορά κυρίως το «πόθεν έσχες» και όχι τον τρόπο φορολόγησής τους.
Πιο συγκεκριμένα:
- Ο ν.5273/2026 κύρωσε την Πολυμερή Συμφωνία Αρμόδιων Αρχών (ΠΣΑΑ) για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών, βασισμένη στο Πλαίσιο Αναφοράς Κρυπτοστοιχείων του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.). Μέσω αυτής της διαδικασίας, ανταλλάσσονται στοιχεία από 67 χώρες, επιτρέποντας στις φορολογικές Αρχές να γνωρίζουν τους πολίτες τους και τα ποσά που επενδύουν σε κρυπτονομίσματα. 2. Ο ν. 5301/2026 ενσωμάτωσε στην ελληνική νομοθεσία τις οδηγίες της ΕΕ 2023/2226 (DAC8) και 2025/872 (DAC9), οι οποίες υποχρεώνουν τις τράπεζες να κοινοποιούν δεδομένα για επενδύσεις σε κρυπτοστοιχεία φορολογικών κατοίκων, μέσω αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών.
Και οι δύο παρεμβάσεις ισχύουν για επενδύσεις από την 1η/1/2026, με την πρώτη ανταλλαγή στοιχείων να αναμένεται το 2027.
Ωστόσο, αυτή η ανταλλαγή στοχεύει αποκλειστικά στο «πόθεν έσχες» των χρημάτων που επενδύονται σε crypto, δηλαδή αν προέρχονται από δηλωμένα εισοδήματα. Το ζήτημα της φορολόγησής τους παραμένει ανεπίλυτο εδώ και χρόνια.
Καθυστερεί η φορολόγηση με 15%
Την τελευταία τριετία, το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έχει συστήσει δύο επιτροπές, με τη συμμετοχή στελεχών της ΑΑΔΕ, της Τράπεζας της Ελλάδος, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κ.λπ., για να προτείνουν τρόπους φορολόγησης των κρυπτονομισμάτων. Ωστόσο, παρατηρείται δυστοκία και καθυστερούν οι αποφάσεις.
Σύμφωνα με το επικρατέστερο σενάριο που εξετάζει το ΥΠΕΘΟ, η υπεραξία των crypto (διαφορά πώλησης από την τιμή κτήσης) θα φορολογηθεί με 15%. Ωστόσο, παραμένει άγνωστο πότε και πώς θα εφαρμοστεί, καθώς και πώς θα εντοπίζονται όλες οι επενδύσεις σε crypto από φορολογικούς κατοίκους της Ελλάδας, ειδικά αν κάποιοι επενδύουν σε μη συνεργάσιμες χώρες.
Το νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των 27 χωρών της ΕΕ, οι οποίες αυξάνονται σε 67 στο πλαίσιο της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την ανταλλαγή πληροφοριών, υπό την πρωτοβουλία του ΟΟΣΑ. Έτσι, όμως, όσοι επενδύουν σε κρυπτονομίσματα μέσω εταιρειών που έχουν έδρα σε άλλες χώρες, εκτός των δύο καταλόγων, μένουν εκτός ελέγχου.
Παραδείγματα αντιφατικών αποφάσεων
Το υφιστάμενο νομοθετικό κενό φέρνει σε δύσκολη θέση τόσο τις ελεγκτικές υπηρεσίες της ΑΑΔΕ όσο και τους επενδυτές σε κρυπτονομίσματα.
Από υποθέσεις που έχουν εκδικαστεί από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), προκύπτει ξεκάθαρα η έλλειψη ενιαίας «γραμμής» αντιμετώπισης. Ενδεικτικά παραδείγματα περιλαμβάνουν:
- Υπόθεση 1: Έλεγχος εντόπισε ποσά ρευστοποιήσεων κρυπτονομισμάτων ύψους 471.417,38 ευρώ σε τραπεζικούς λογαριασμούς φορολογούμενου για τα έτη 2020 και 2021.
Η εφορία τα θεώρησε εισόδημα από παράνομη/αδικαιολόγητη/άγνωστη πηγή και τα φορολόγησε ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα (33% +50% επί του φόρου + εισφορά αλληλεγγύης), με το συνολικό ποσό φόρων και προστίμων να φτάνει τα 223.545,96 ευρώ.
Η ΔΕΔ, με την απόφαση 1079/2026, απέρριψε την προσφυγή. 2. Υπόθεση 2: Φορολογούμενος δήλωσε το 2025 ότι το φορολογικό έτος 2024 απέκτησε 620.323,34 ευρώ από μεταβίβαση κρυπτονομισμάτων (Bitcoin), τα οποία πιστώθηκαν στον λογαριασμό του με δύο εμβάσματα.
Τα ποσά αυτά τα δήλωσε στον κωδικό 659 του Ε1 ως «Εισοδήματα που απαλλάσσονται από το φόρο ή φορολογούνται με ειδικό τρόπο χωρίς ηλεκτρονική Πληροφόρηση».
Ωστόσο, η ΑΑΔΕ τα διέγραψε και εκκαθάρισε τη δήλωση χωρίς το ποσό από κρυπτονομίσματα, παρόλο που ο φορολογούμενος προσκόμισε τα σχετικά ειδοποιητήρια και βεβαίωση της εταιρείας. 3. Υπόθεση 3: Σε ανταλλακτήριο συναλλάγματος επιβλήθηκε ΦΠΑ 24% επί των προμηθειών από συναλλαγές πελατών του σε κρυπτονομίσματα, συνολικού ύψους 12.654,88 ευρώ για ποσά 52.728,56 ευρώ.
Η ΔΕΔ, με την απόφαση 1699/2023, οριστικοποίησε την πράξη, αναφέροντας ότι «…το bitcoin θεωρείται ψηφιακή μονάδα αξίας, η οποία μπορεί να ανταλλάσσεται ηλεκτρονικά και όχι νόμισμα, δηλαδή δεν είναι αποδεκτό μέσο συναλλαγής και άρα δεν είναι συνάλλαγμα.
Συνεπώς, οι εν λόγω συναλλαγές δεν εμπίπτουν στο απαλλακτικό καθεστώς συναλλαγών του άρθρου 22 του Ν.2859/2000 (Κώδικας Φ.Π.Α.).» 4. Υπόθεση 4: Ένα ζευγάρι απέκτησε ακίνητο αξίας 183.273,56 ευρώ το 2021, δηλώνοντας δαπάνη 91.636,78 ευρώ έκαστος.
Για να δικαιολογήσουν τη δαπάνη, επικαλέστηκαν κέρδη από κρυπτονομίσματα ύψους 182.500 ευρώ.
Η Εφορία απέρριψε το κέρδος, καθώς «το εισόδημα από την μεταβίβαση κρυπτονομισμάτων στο εξωτερικό δεν εμπίπτει στις ως άνω διατάξεις των άρθρων 42 και 42Α ΚΦΕ, με τις οποίες προβλέπονται και απαριθμούνται περιοριστικά οι τίτλοι από την μεταβίβαση των οποίων προκύπτει υπεραξία που θεωρείται εισόδημα».
Η σχετική απόφαση της ΔΕΔ είναι η 417/2023. 5. Υπόθεση 5: Φορολογούμενος, για να καλύψει τεκμαρτές δαπάνες διαβίωσης, δήλωσε στα έντυπα Ε1 το 2023 έσοδα από μεταβίβαση κρυπτονομισμάτων ύψους 3,14 εκατ. ευρώ (1,74 εκατ. ευρώ το 2017 και 1,4 εκατ. ευρώ το 2021). Η εφορία απέρριψε τα ποσά και δεν τα δέχτηκε για την κάλυψη του τεκμηρίου, ούτε και τα φορολόγησε.
Με αυτή την άποψη συμφώνησε και η ΔΕΔ, απορρίπτοντας την προσφυγή του φορολογούμενου με την απόφαση 1609/2024. 6. Υπόθεση 6: Σε τραπεζικούς λογαριασμούς φορολογούμενης, ο έλεγχος εντόπισε ένα ποσό 12.000 ευρώ που δεν προέκυπτε από τα δηλωθέντα εισοδήματά της.
Η φορολογούμενη απέδειξε ότι το ποσό προερχόταν από ρευστοποίηση κρυπτονομισμάτων, προσκομίζοντας τα απαραίτητα έγγραφα.
Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών ακύρωσε τον φόρο και το πρόστιμο, αγνοώντας το ποσό, παρότι δεν δικαιολογούνταν από άλλα εισοδήματά της. 7. Γενική παρατήρηση: Για την κάλυψη τεκμηρίων δαπανών διαβίωσης ή απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, οι φορολογούμενοι μπορούν να επικαλεστούν ξεχασμένα εισοδήματα προηγούμενων ετών, όπως κέρδη από τυχερά παίγνια, ρευστοποιήσεις μετοχών, μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, μερίσματα, τόκους καταθέσεων, ομόλογα κ.λπ.
Ωστόσο, σε αυτά δεν συμπεριλαμβάνονται τα έσοδα από κρυπτονομίσματα. 8. Υπόθεση 8: Με άλλη απόφαση της ΔΕΔ (1170/2026), απορρίφθηκε προσφυγή φορολογούμενου επειδή η ΑΑΔΕ δεν αναγνώρισε ποσά από ρευστοποίηση κρυπτονομισμάτων.
Αντιθέτως, αυτά φορολογήθηκαν με 33% + πρόστιμο 50% επί του φόρου + εισφορά αλληλεγγύης.
Το ενδιαφέρον έγκειται στο σκεπτικό της απόφασης της ΔΕΔ: «Κατόπιν τούτου, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν τεκμηριώνονται επαρκώς και δε δύνανται να κλονίσουν τα πορίσματα του διενεργηθέντος ελέγχου, ο οποίος νομίμως έκρινε ότι η πίστωση προερχόμενη από ρευστοποίηση κρυπτονομισμάτων συνιστά προσαύξηση περιουσίας, φορολογητέα σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος της ενδικοφανούς προσφυγής απορρίπτεται ως αβάσιμος.»
