Η Ελλάδα απέχει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο – Τι δείχνουν τα στοιχεία για εισοδήματα, δαπάνες και το κόστος στέγασης

Η αποταμίευση παραμένει άπιαστο όνειρο για μεγάλο μέρος των ελληνικών νοικοκυριών, καθώς τα εισοδήματα σε πολλές περιπτώσεις δεν επαρκούν για να καλύψουν τις αυξημένες δαπάνες.

Η Ελλάδα καταγράφει εδώ και χρόνια αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης, με τα νοικοκυριά να δαπανούν κατά μέσο όρο περισσότερα χρήματα από όσα διαθέτουν από το εισόδημά τους. Το φαινόμενο εξετάζει νέα μελέτη του Ινστιτούτου ΕΝΑ, η οποία καταγράφει την πορεία της αποταμίευσης και την απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το πρώτο τρίμηνο του 2026 το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε στο 14,4% του διαθέσιμου εισοδήματος, ενώ στην Ελλάδα ήταν -5%.

Με απλά λόγια, για κάθε 1.000 ευρώ διαθέσιμου εισοδήματος, ο μέσος Ευρωπαίος μπορεί να αποταμιεύσει περίπου 140-150 ευρώ, ενώ στην Ελλάδα οι δαπάνες υπερβαίνουν το διαθέσιμο εισόδημα κατά περίπου 50 ευρώ.

Ένα πρόβλημα που έχει διάρκεια

Η αρνητική αποταμίευση δεν αποτελεί πρόσφατο φαινόμενο στην Ελλάδα.

Η μελέτη του ΕΝΑ εξετάζει την περίοδο από το 2014 έως το 2024 και δείχνει ότι, με εξαίρεση την περίοδο της πανδημίας, το ποσοστό αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών παρέμεινε σε αρνητικό έδαφος.

Το 2020 και το 2021 η αποταμίευση πέρασε προσωρινά σε θετικό επίπεδο, καθώς οι περιορισμοί της πανδημίας περιόρισαν σημαντικά την κατανάλωση.

Μετά την πανδημία, όμως, η εικόνα αντιστράφηκε. Το ποσοστό αποταμίευσης διαμορφώθηκε στο -5% το 2022, -2,4% το 2023 και -2,5% το 2024.

Την ίδια στιγμή, στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αντίστοιχο ποσοστό αυξήθηκε από 12,7% το 2022 σε 14,5% το 2024.

Τα εισοδήματα μειώνονται, οι δαπάνες αυξάνονται

Η εικόνα παραμένει δύσκολη και το 2026.

Κατά το α’ τρίμηνο του 2026, το διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών μειώθηκε κατά 2,5% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ την ίδια περίοδο η καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε κατά 1,2%.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αντίθετα, το διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 0,9%, ενώ η κατανάλωση αυξήθηκε κατά 0,6%.

Ως αποτέλεσμα, το ποσοστό αποταμίευσης στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 3,7 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ του δ’ τριμήνου του 2025 και του α’ τριμήνου του 2026.

Πρόκειται για τη δεύτερη μεγαλύτερη μείωση μεταξύ των χωρών της ΕΕ, μετά τη Ρουμανία, όπου η πτώση έφτασε τις 5,3 ποσοστιαίες μονάδες.

Ο πληθωρισμός πιέζει τα νοικοκυριά

Ένας από τους βασικούς παράγοντες που συνδέονται με την αρνητική αποταμίευση είναι η αύξηση του κόστους ζωής.

Οι τιμές σε βασικές κατηγορίες, όπως η στέγαση, τα τρόφιμα και η ενέργεια, έχουν αυξήσει σημαντικά τις ανελαστικές δαπάνες των νοικοκυριών.

Έτσι, ακόμη και όταν τα ονομαστικά εισοδήματα αυξάνονται, η πραγματική αγοραστική δύναμη μπορεί να παραμένει περιορισμένη, καθώς οι αυξήσεις των τιμών απορροφούν μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος.

Για αρκετά νοικοκυριά αυτό σημαίνει ότι καταφεύγουν στις παλαιότερες αποταμιεύσεις τους, σε δανεισμό ή στη βοήθεια συγγενών και φίλων, προκειμένου να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες.

Μεγάλο βάρος και η στέγαση

Ιδιαίτερη πίεση προκαλεί και το κόστος στέγασης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η μελέτη, περίπου 27% του αστικού πληθυσμού αντιμετωπίζει υπερβολική στεγαστική επιβάρυνση, δηλαδή δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για τη στέγαση.

Το ποσοστό είναι ακόμη υψηλότερο για όσους πληρώνουν ενοίκιο, φτάνοντας το 60%, ενώ για όσους εξυπηρετούν στεγαστικά δάνεια αγγίζει το 50%.

Όταν ένα τόσο μεγάλο μέρος του εισοδήματος κατευθύνεται στη στέγαση, περιορίζεται αντίστοιχα η δυνατότητα ενός νοικοκυριού να δημιουργήσει οικονομικό απόθεμα.

Η αρνητική αποταμίευση δεν αφορά όλους

Το ΕΝΑ επισημαίνει ότι ο αρνητικός δείκτης αποταμίευσης αποτελεί μέσο όρο και δεν σημαίνει ότι κάθε ελληνικό νοικοκυριό ξοδεύει περισσότερα από όσα κερδίζει.

Πίσω από τον συνολικό δείκτη υπάρχουν σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες. Κάποια νοικοκυριά εξακολουθούν να αυξάνουν τις αποταμιεύσεις και την περιουσία τους, ενώ άλλα εξαντλούν τα αποθέματα που είχαν δημιουργήσει τα προηγούμενα χρόνια ή δεν μπορούν να αποταμιεύσουν καθόλου.

Παράλληλα, η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει επίσης αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών ως ποσοστό του ΑΕΠ, στο -1,5% τόσο το 2024 όσο και το 2025, συνδέοντάς την με τις πληθωριστικές πιέσεις, την αυξημένη κατανάλωση και τις φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις.

Τι θα μπορούσε να αλλάξει την εικόνα

Η αύξηση της αποταμίευσης συνδέεται πρωτίστως με την ενίσχυση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος και τη μείωση της επιβάρυνσης από βασικές ανάγκες.

Όσο μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος απορροφάται από τη στέγαση, τα τρόφιμα, την ενέργεια και τις υπόλοιπες ανελαστικές δαπάνες, τόσο δυσκολότερο είναι για ένα νοικοκυριό να δημιουργήσει ένα οικονομικό «μαξιλάρι».

Η δυνατότητα δημιουργίας αποθέματος, σύμφωνα με το ΕΝΑ, αποτελεί τελικά ένα σημαντικό μέτρο της οικονομικής ασφάλειας των νοικοκυριών, πέρα από την απλή ονομαστική αύξηση του εισοδήματος.