Της Ruth Pollard

Ίσως να μην το έχετε αντιληφθεί, αλλά τα εχθρικά καθεστώτα που κάποτε είχαν απομονωθεί, πλέον επανεντάσσονται αθόρυβα στην κανονικότητα. Από τη Μιανμάρ έως το Αφγανιστάν, και από τη Λευκορωσία έως τη Βενεζουέλα, στρατιωτικές δικτατορίες, σκληροπυρηνικοί ισλαμιστές και απολυταρχικοί ηγέτες επιχειρούν ένα σταδιακό come-back στην παγκόσμια σκηνή.

Για ορισμένους, αυτό βγάζει απόλυτο νόημα. Οι κυβερνήσεις προφανώς δίνουν προτεραιότητα στην ασφάλεια και στο εθνικό συμφέρον, τα αποτελέσματα των κυρώσεων μπορεί να είναι απρόβλεπτα, και οι επιχειρήσεις θα κυνηγούν ευκαιρίες ανεξάρτητα από το πώς αυτό θα φανεί στον έξω κόσμο. Ωστόσο, θα έπρεπε να υπάρχει ένα κόστος για να ξανακερδίσει κάποιος μια θέση στο τραπέζι.

Πάρτε για παράδειγμα τους Ταλιμπάν.

Πέντε χρόνια αφότου κατέλαβαν την Καμπούλ μετά τη χαοτική αποχώρηση του αμερικανικού στρατού, έχουν εξασφαλίσει μια σειρά από βασικά διπλωματικά κέρδη.

Διπλωμάτες διορισμένοι από τους Ταλιμπάν ελέγχουν πλέον αποστολές σε όλο και περισσότερες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, ενώ έχουν υπογράψει οικονομικές συμφωνίες και συμφωνίες ασφαλείας με γειτονικές χώρες.

Είχε μήπως αυτή η αναγνώριση κάποιο κόστος; Όχι.

Η καταπιεστική φύση του καθεστώτος, οι δεσμοί του με την Αλ Κάιντα και την διακρατική τρομοκρατία, καθώς και η βάναυση μεταχείριση των γυναικών και των κοριτσιών συνεχίζονται αμείωτοι.

Ο Άαρον Ζελίν, ερευνητής στο Ινστιτούτο Washington για την Πολιτική Εγγύς Ανατολής, το αποκαλεί "accreditation cascade" – μέσω των κρατών του Κόλπου, της Τουρκίας και της Κεντρικής Ασίας– όπου οι κυβερνήσεις αποδέχονται τα ανοίγματα των Ταλιμπάν χωρίς να αναγνωρίζουν επίσημα την εξουσία τους.

Σημειώνει στην ανάλυσή του για τα πέντε χρόνια διπλωματίας των Ταλιμπάν ότι αυτό που ξεκίνησε ως συναντήσεις με ελάχιστα έθνη έχει εξελιχθεί σε μεικτές επιτροπές, εμπορικά συμβούλια και ξένες αποστολές.

Το καθεστώς πραγματοποιεί τώρα ανοίγματα προς την Ουάσιγκτον με αντικείμενο τα κρίσιμα ορυκτά.

Στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ αυτή την εβδομάδα, ο Ύπατος Αρμοστής για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Φόλκερ Τουρκ, συμμετείχε σε μια συνάντηση κατά την οποία απευθύνθηκε έκκληση προς τον κόσμο να διασφαλίσει ότι η διεθνής εμπλοκή στο Αφγανιστάν θα βασίζεται στα ανθρώπινα δικαιώματα και θα διέπεται από αρχές. Οι κυβερνήσεις που συνάπτουν συμφωνίες με εκπροσώπους των Ταλιμπάν κάνουν ακριβώς το αντίθετο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η απομόνωση των εχθρικών καθεστώτων μέχρι να μεταρρυθμιστούν είναι ο κατάλληλος δρόμος.

Οι ΗΠΑ διαπραγματεύονται με τη Λευκορωσία και χαλαρώνουν τις κυρώσεις με αντάλλαγμα την απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο αναβαθμίζει τους διπλωματικούς του δεσμούς με τη Βενεζουέλα για να στηρίξει μια δημοκρατική μετάβαση.

Και υπάρχουν τρόποι εμπλοκής χωρίς να νομιμοποιούνται κράτη ή να αναγνωρίζονται επίσημα οι κυβερνήσεις τους.

Οι εκπρόσωποι συζητούν τεχνικά και πρακτικά ζητήματα, όπως οι μετακινήσεις στα σύνορα και η βοήθεια σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών.

Η Γερμανία, για παράδειγμα, δηλώνει ρητά ότι παρόλο που οι Ταλιμπάν ασκούν "de facto εξουσία", δεν τους αναγνωρίζει ως νόμιμη κυβέρνηση.

Οι χώρες της Ασίας θα πρέπει να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους, ιδίως όσον αφορά τη στάση απέναντι στη Μιανμάρ.

Είναι κατανοητό ότι οι εικόνες του ηγέτη του πραξικοπήματος Μιν Αούνγκ Χλάινγκ να δέχεται επίσημη υποδοχή σε πρωτεύουσες της περιοχής θα προκαλούσαν απόγνωση στους πολίτες, για να μην αναφέρουμε την κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (NUG)  που συγκροτήθηκε από τους εκδιωχθέντες βουλευτές και άλλες προσωπικότητες που αντιτίθενται στη χούντα.

Από το πραξικόπημα του Φεβρουαρίου του 2021, περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί και 5,2 εκατομμύρια έχουν εκτοπιστεί, καθώς οι μάχες μεταξύ του στρατού και μιας σειράς εθνοτικών πολιτοφυλακών και ομάδων κατά της χούντας έχουν διαλύσει τη χώρα.

Παρόλο που ελέγχει μόλις το ένα τέταρτο της χώρας, ο στρατός διεξήγαγε εκλογές που καταδικάστηκαν ευρέως τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο και άρχισε να αυτοαποκαλείται κυβέρνηση.

Ο Μιν Αούνγκ Χλάινγκ ορίστηκε πρόεδρος τον Απρίλιο και σύντομα ξεκίνησε μια διπλωματική αποστολή σε πολλές χώρες, όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Λευκορωσία, η Ταϊλάνδη, το Βιετνάμ, το Λάος και η Καμπότζη, σε μια προσπάθεια αναζήτησης νομιμοποίησης.

Η Ινδία ήταν ο πρώτος του σταθμός.

Οι δύο χώρες μοιράζονται σύνορα μήκους 1.643 χιλιομέτρων, και το Νέο Δελχί έχει κάθε λόγο να επικοινωνεί για ζητήματα που αφορούν το παράνομο εμπόριο όπλων, τη διακίνηση ναρκωτικών και τη μετακίνηση προσφύγων.

Ωστόσο, έχει προχωρήσει πολύ πέρα από αυτό.

Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, έχει διατηρήσει συνεχιζόμενες διπλωματικές, στρατιωτικές και οικονομικές επαφές με τη χούντα.

Στην τριήμερη επίσκεψή του, ο Μιν Αουνγκ Χλάινγκ και ο Ινδός πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι συζήτησαν για κρίσιμα ορυκτά, εμπόριο και υγειονομική περίθαλψη.

Δεν είναι σαφές αν ο Μόντι εξέφρασε ανησυχίες σχετικά με τις αμφισβητούμενες εκλογές ή με τη σύλληψη της Αούνγκ Σαν Σου Κι.

Η προσέγγιση της Ένωσης Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN) δεν είναι καλύτερη.

Η ASEAN προωθεί μια συναίνεση πέντε σημείων που αποσκοπεί στον τερματισμό της πολιτικής και ανθρωπιστικής κρίσης, ενώ ορισμένα κράτη-μέλη επιδιώκουν διμερείς σχέσεις.

Είναι ένα ακόμη σαφές μάθημα για το τι δεν πρέπει να κάνουμε.

Αφού στέρησε από τη χούντα μια θέση στις συναντήσεις υψηλού επιπέδου από το 2021, η ASEAN άρχισε πρόσφατα να δοκιμάζει τα όρια αυτού του αποκλεισμού.

Εν μέσω σφοδρής κριτικής, οι υπουργοί Εξωτερικών πραγματοποίησαν μια άτυπη συνάντηση με τον ομόλογό τους από τη Μιανμάρ στην Μπανγκόκ τον Ιούλιο.

Παρ’ όλα αυτά, ίσως η συνάντηση κατάφερε να αποσπάσει ένα μικρό "αντίτιμο". Το καθεστώς έδωσε έκτοτε στη δημοσιότητα φωτογραφίες της Σου Κι να συναντά εκπρόσωπο της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού, αν και εξακολουθεί να απορρίπτει τις εκκλήσεις της ASEAN για την άνευ όρων απελευθέρωσή της και δεν της έχει επιτρέψει να έρθει σε επαφή μαζί της.

Η Μόναλισα Αντικάρι, ανώτερη λέκτορας διεθνούς πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Στέρλινγκ, έχει μελετήσει τα ανοίγματα της Μιανμάρ μετά το πραξικόπημα, παρακολουθώντας πώς η κυβέρνηση που στηρίζεται από τον στρατό προέβαλε την εικόνα της κανονικότητας μέσω επαφών με άλλα κράτη.

Όπως δήλωσε, τα κράτη θα πρέπει να είναι ξεκάθαρα ως προς το εάν οι διπλωματικές ενέργειες συνιστούν επίσημη αναγνώριση ή απλώς τεχνικές επαφές για πρακτικά ζητήματα.

Αυτό θα απέτρεπε το καθεστώς από το να παρουσιάζει τέτοιου είδους επαφές ως αναγνώριση της νομιμότητάς του.

Όταν επιτρέπεται σε εχθρικά καθεστώτα να επανενταχθούν στην παγκόσμια τάξη χωρίς να περιορίσουν τις παραβιάσεις τους, αυτό μπορεί να υπονομεύσει τον μοχλό πιέσης που χρησιμοποιείται για την επίλυση των συγκρούσεων και να ενισχύσει την εξουσία τους.

Το πρόβλημα δεν είναι η εμπλοκή.

Το πρόβλημα είναι η εξομάλυνση των σχέσεων δίχως όρους.

Αν η άρνηση κάθε απαίτησης για αλλαγή δεν συνεπάγεται μόνιμο κόστος, επειδή οι σχέσεις τελικά αποκαθίστανται ούτως ή άλλως, γιατί να συμμορφωθεί ποτέ κανείς;

Απόδοση - Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου