Οι αγορές, οι επενδυτές και οι κυβερνήσεις παρακολουθούν με ανησυχία την ξέφρενη πορεία στα ομόλογα, η οποία εξαφανίζει κάθε ίχνος ισορροπίας στην αγορά.
Το αμερικανικό δεκαετές ομόλογο ξεπέρασε το 5,1%, η μέση απόδοση του παγκόσμιου κρατικού χρέους πλησίασε το 4%, και οι επενδυτές πωλούν ομόλογα από την Ουάσιγκτον και το Παρίσι έως το Τόκιο.
Η επιστροφή σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από το 2007 αποτελεί την πιο ξεκάθαρη ένδειξη ότι το χρήμα γίνεται ακριβότερο για κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά σε ολόκληρο τον κόσμο.
Το πρώτο κύμα πίεσης στα ομόλογα
Το πρώτο κύμα πίεσης ξεκίνησε από τις ΗΠΑ, αλλά γρήγορα μετατράπηκε σε παγκόσμιο sell-off. Η απόδοση του ιαπωνικού δεκαετούς ομολόγου ξεπέρασε το 3%, φτάνοντας σε υψηλό τριών δεκαετιών.
Το γερμανικό κινείται κοντά στο 3,55%, ενώ Γαλλία και Ιταλία δανείζονται πλέον για δέκα χρόνια με επιτόκια άνω του 4,5%. Οι τιμές των κρατικών τίτλων υποχωρούν, τα χαρτοφυλάκια καταγράφουν απώλειες και η ασφάλεια που παραδοσιακά προσέφεραν τα ομόλογα συνοδεύεται ξανά από βαρύ κόστος.
Η πυρκαγιά τροφοδοτείται από τέσσερις διαφορετικές εστίες:
- Ισχυρή αμερικανική οικονομία: Η αμερικανική οικονομία παραμένει ισχυρότερη από όσο ανέμεναν οι αγορές, οδηγώντας τους επενδυτές να προεξοφλούν περισσότερες αυξήσεις επιτοκίων από τη Federal Reserve. 2. Ανοδική πορεία πετρελαίου: Το πετρέλαιο διατηρείται πάνω από τα 100 δολάρια και απειλεί να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό. 3. Διευρυμένο δημόσιο χρέος: Οι κυβερνήσεις εκδίδουν ολοένα περισσότερο χρέος, ενώ οι κεντρικές τράπεζες δεν λειτουργούν πλέον ως αγοραστές. 4. Ιαπωνική παρέμβαση: Η άνοδος των εγχώριων αποδόσεων δημιουργεί κίνητρο στους Ιάπωνες επενδυτές να περιορίσουν τις τοποθετήσεις τους σε ξένους τίτλους και να επιστρέψουν κεφάλαια στην πατρίδα τους.
Προειδοποιητικά σημάδια και κίνδυνοι
Το δεύτερο προειδοποιητικό σήμα ήρθε από τη δημοπρασία αμερικανικών πενταετών ομολόγων ύψους 70 δισ. δολαρίων, όπου η ζήτηση ήταν ασθενέστερη των προσδοκιών. Η αγορά έστειλε μήνυμα ότι για να απορροφήσει το συνεχώς διογκούμενο αμερικανικό χρέος, το οποίο έχει φτάσει περίπου τα 40 τρισ. δολάρια, απαιτεί υψηλότερη ανταμοιβή.
Σε αυτό το κλίμα, η σύγκριση με το 2007 είναι αναπόφευκτη, αλλά δεν πρέπει να οδηγεί σε λάθος συμπέρασμα.
Η κρίσιμη διαχωριστική γραμμή βρίσκεται στα ασφάλιστρα κινδύνου.
Όσο αυξάνονται οι αποδόσεις χωρίς αντίστοιχη εκτίναξη των CDS (Credit Default Swaps) και των κρατικών spreads, η αγορά τιμολογεί ακριβότερο χρήμα και όχι επικείμενες χρεοκοπίες.
Εάν, όμως, η άνοδος περάσει από το επιτοκιακό και πληθωριστικό ασφάλιστρο στο ασφάλιστρο πιστωτικού κινδύνου, η σημερινή διόρθωση μπορεί να εξελιχθεί σε κρίση εμπιστοσύνης.
Οι συνέπειες στην πραγματική οικονομία
Οι συνέπειες έχουν ήδη αρχίσει να περνούν στην πραγματική οικονομία.
Τα στεγαστικά επιτόκια στις ΗΠΑ επέστρεψαν πάνω από το 7%, οι επιχειρήσεις πληρώνουν ακριβότερα για να αναχρηματοδοτήσουν τα ομόλογά τους, ενώ οι κυβερνήσεις βλέπουν τους τόκους να διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο των προϋπολογισμών τους.
Παράλληλα, μια ασφαλής αμερικανική απόδοση πάνω από 5% ανεβάζει τον πήχη για κάθε άλλη επένδυση, πιέζοντας τις μετοχές και απειλώντας να καθυστερήσει επιχειρηματικά σχέδια που είχαν στηριχθεί σε φθηνότερο κεφάλαιο.
Οι αντοχές της ελληνικής οικονομίας
Η Ελλάδα εμφανίζει αντοχές που πριν από μία δεκαετία θα έμοιαζαν αδιανόητες.
Το ελληνικό δεκαετές ομόλογο έφτασε στο 4,3%, αλλά εξακολουθεί να έχει χαμηλότερη απόδοση από το ιταλικό και το γαλλικό, ενώ η διαφορά του από το γερμανικό ομόλογο παραμένει κοντά στις 75-80 μονάδες βάσης.
Η αγορά, επομένως, δεν αποδίδει στην Ελλάδα έναν ιδιαίτερο κίνδυνο χώρας, αλλά την εντάσσει στη γενική ανατίμηση του ευρωπαϊκού χρήματος.
Η πρώτη γραμμή άμυνας βρίσκεται στη δομή του δημόσιου χρέους.
Σύμφωνα με τον ΟΔΔΗΧ, στις 30 Ιουνίου το χρέος της γενικής κυβέρνησης ήταν ουσιαστικά στο σύνολό του σταθερού επιτοκίου, με μέση σταθμική διάρκεια 18,28 ετών και χρόνο έως την επόμενη ανατιμολόγηση σχεδόν 17,7 χρόνια.
Το μέσο ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης παρέμενε στο 1,43%, πολύ χαμηλότερα από την τρέχουσα απόδοση της αγοράς, ενώ τα συνολικά ταμειακά διαθέσιμα της γενικής κυβέρνησης ανέρχονταν σε 31,1 δισ. ευρώ.
Η άνοδος του δεκαετούς, συνεπώς, δεν περνά αυτομάτως στο σύνολο του χρέους, αλλά επηρεάζει σταδιακά τις νέες εκδόσεις και τις αναχρηματοδοτήσεις. Πρόσθετη προστασία προσφέρουν η επενδυτική βαθμίδα, τα δημοσιονομικά πλεονάσματα και η ταχεία αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, τον οποίο η Κομισιόν προβλέπει ότι θα υποχωρήσει από 146,1% το 2025 σε 134,4% το 2027.
Αυτή η ασπίδα αγοράζει χρόνο, δεν προσφέρει όμως ασυλία.
Η ελληνική οικονομία παραμένει ευάλωτη στο ακριβό χρήμα μέσω των επιχειρήσεων, των επενδύσεων και των τραπεζών.
Το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων είχε ήδη φτάσει στο 4,65% τον Ιούνιο, πριν περάσει ολόκληρη η τελευταία αναταραχή στις τραπεζικές χορηγήσεις.
Εάν οι διεθνείς αποδόσεις παραμείνουν ψηλά, οι επιχειρήσεις θα αναβάλουν επενδύσεις, τα στεγαστικά δάνεια θα γίνουν δυσκολότερα και η ενεργειακή κρίση θα πιέσει περαιτέρω την κατανάλωση.
