Νέα ανάλυση DNA εντοπίζει γενετικές γραμμές της Εγγύς Ανατολής, αλλά και βιολογικό υλικό από πολλές διαφορετικές περιοχές του κόσμου

Η Σινδόνη του Τορίνο, το λινό ύφασμα που σύμφωνα με την παράδοση χρησιμοποιήθηκε για να τυλιχθεί το σώμα του Ιησού μετά τη σταύρωση, παραμένει ένα από τα πλέον μελετημένα και αμφιλεγόμενα αντικείμενα της θρησκευτικής και ιστορικής έρευνας.

Μια νέα ανάλυση γενετικού υλικού από ίνες της Σινδόνης προσθέτει νέα δεδομένα στην έρευνα, αλλά ταυτόχρονα περιπλέκει ακόμη περισσότερο το ερώτημα σχετικά με την προέλευση και την ηλικία του υφάσματος.

Η νέα μελέτη εντόπισε ανθρώπινες γενετικές γραμμές που συνδέονται κυρίως με την Εγγύς Ανατολή, μεταξύ άλλων μια σπάνια γενεαλογική γραμμή που απαντάται σήμερα σε σημαντικό βαθμό μεταξύ των Δρούζων της Μέσης Ανατολής.

Παράλληλα, όμως, ανιχνεύθηκε μεγάλη ποικιλία DNA και άλλου βιολογικού υλικού, γεγονός που δείχνει ότι το ύφασμα έχει έρθει σε επαφή με πολλούς ανθρώπους και διαφορετικά περιβάλλοντα κατά τη διάρκεια των αιώνων.

Η νέα ανάλυση DNA

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από ομάδα Ιταλών επιστημόνων υπό τον Δρ. Τζιάνι Μπαρκάτσια, καθηγητή γενετικής και γονιδιωματικής στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας.

Οι ερευνητές ανέλυσαν με πιο σύγχρονες τεχνικές αλληλούχισης δείγματα ινών που είχαν συλλεχθεί το 1978, κατά τη διάρκεια προηγούμενης έρευνας στη Σινδόνη. Η νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Scientific Reports στις 9 Ιουλίου 2026, εξέτασε 12 δείγματα τα οποία δεν είχαν συμπεριληφθεί στην προηγούμενη ανάλυση του 2015.

Η έρευνα του 2015 είχε εντοπίσει DNA από τουλάχιστον 19 είδη φυτών, καθώς και μιτοχονδριακές γενετικές γραμμές που αποδίδονταν σε τουλάχιστον 14 άτομα.

Οι ερευνητές του 2026 εντόπισαν εκτεταμένη παρουσία σύγχρονου ανθρώπινου DNA, αλλά και γενετικό υλικό από μικροοργανισμούς, μύκητες, φυτά και ζώα.

Ένα από τα ευρήματα που τράβηξαν την προσοχή ήταν η παρουσία της γενεαλογικής γραμμής H33, η οποία συναντάται σήμερα κυρίως σε πληθυσμούς της Εγγύς Ανατολής και ιδιαίτερα μεταξύ των Δρούζων, οι οποίοι ζουν στους Αγίους Τόπους, στην Ιορδανία, τον Λίβανο και τη Συρία.

Ωστόσο, οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η παρουσία μιας συγκεκριμένης γενετικής γραμμής δεν μπορεί από μόνη της να αποδείξει την προέλευση του υφάσματος.

Το DNA των ανθρώπων που άγγιξαν τη Σινδόνη

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της έρευνας είναι η εκτεταμένη ανάμειξη γενετικού υλικού.

Σε τρία δείγματα εντοπίστηκε μια μητρική γενεαλογική γραμμή που συναντάται συχνά μεταξύ των Ασκενάζι Εβραίων. Ωστόσο, το ίδιο γενετικό αποτύπωμα εντοπίστηκε και στον καθηγητή Pierluigi Baima Bollone, ο οποίος είχε συμμετάσχει στη συλλογή των δειγμάτων το 1978.

Οι ερευνητές εκτιμούν επομένως ότι μεγάλο μέρος αυτού του DNA πιθανότατα προήλθε από τον ίδιο τον Bollone ή από στενό συγγενή του κατά τον χειρισμό των δειγμάτων και όχι από το άτομο που ενδεχομένως είχε τυλιχθεί αρχικά στο ύφασμα.

Η παρουσία πολλών διαφορετικών μιτοχονδριακών γενετικών γραμμών καθιστά έτσι εξαιρετικά δύσκολο να απομονωθεί το DNA του ανθρώπου που βρισκόταν αρχικά μέσα στη Σινδόνη.

Στα δείγματα εντοπίστηκαν επίσης κοινά βακτήρια του ανθρώπινου δέρματος, όπως Cutibacterium και Staphylococcus, τα οποία αποτελούν ενδείξεις επαναλαμβανόμενης ανθρώπινης επαφής με το ύφασμα.

Μικροοργανισμοί που αγαπούν το αλάτι

Η νέα ανάλυση αποκάλυψε ακόμη μικροοργανισμούς που ευδοκιμούν σε περιβάλλοντα με υψηλή συγκέντρωση αλατιού.

Μεταξύ αυτών βρέθηκε και ο μύκητας Debaryomyces hansenii, ο οποίος συναντάται σε τρόφιμα όπως το τυρί αλλά και σε ιδιαίτερα αλμυρά περιβάλλοντα.

Το εύρημα αυτό οδήγησε τους ερευνητές στην εκτίμηση ότι η Σινδόνη μπορεί κάποια στιγμή να είχε εκτεθεί σε συνθήκες υψηλής αλατότητας, είτε κατά την αποθήκευση είτε κατά την επεξεργασία του λινού σε υφάλμυρο ή αλμυρό νερό.

Ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα πότε ή πού συνέβη αυτό, καθώς οι συγκεκριμένοι μικροοργανισμοί θα μπορούσαν να έχουν εισαχθεί στο ύφασμα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.

Τα φυτά και τα ζώα περιπλέκουν ακόμη περισσότερο την εικόνα

Οι ερευνητές δεν περιορίστηκαν στο ανθρώπινο DNA, καθώς τα δείγματα περιείχαν σχετικά μικρή ποσότητα αξιοποιήσιμου ανθρώπινου γενετικού υλικού.

Αναζητήθηκαν έτσι ίχνη από φυτά, ζώα, βακτήρια, μύκητες, ιούς και άλλους μικροοργανισμούς.

Το βιολογικό υλικό συνδέθηκε με ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές, μεταξύ των οποίων η Εγγύς Ανατολή, η Ευρώπη, η Ασία, η Μεσόγειος και η Αμερική.

Οι ερευνητές, ωστόσο, δεν μπόρεσαν να προσδιορίσουν συγκεκριμένες χώρες ούτε να διαπιστώσουν πότε ακριβώς έφτασαν τα συγκεκριμένα ίχνη στη Σινδόνη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα φυτικά ευρήματα. Μεταξύ άλλων εντοπίστηκαν ίχνη που συνδέονται με καλλιέργειες όπως ο αραβόσιτος, οι ντομάτες, οι πιπεριές, οι πατάτες και τα φιστίκια, φυτά που έγιναν γνωστά στην Ευρώπη μετά τις υπερατλαντικές εξερευνήσεις.

Εντοπίστηκαν επίσης φυτικά σήματα που παραπέμπουν σε ευρωπαϊκές ποικιλίες καρότων που αναπτύχθηκαν κατά τον 15ο και 16ο αιώνα.

Τα ευρήματα αυτά ενισχύουν την εκτίμηση ότι σημαντικό μέρος του βιολογικού υλικού που υπάρχει σήμερα στη Σινδόνη μπορεί να έχει συσσωρευτεί κατά τους μεταγενέστερους αιώνες.

Τι σημαίνουν τα νέα στοιχεία για την ηλικία της Σινδόνης

Η ιστορία της Σινδόνης παραμένει ιδιαίτερα περίπλοκη.

Η πρώτη δημόσια εμφάνισή της έχει καταγραφεί στο Lirey της Γαλλίας τη δεκαετία του 1350, όταν εκτέθηκε από τον ιππότη Geoffroi de Charny. Το πώς ακριβώς έφτασε μέχρι εκεί δεν έχει αποσαφηνιστεί.

Η χρονολόγηση με ραδιοάνθρακα που πραγματοποιήθηκε τη δεκαετία του 1980 είχε δώσει αποτελέσματα που τοποθετούσαν το ύφασμα στη μεσαιωνική περίοδο. Ωστόσο, μεταγενέστερες συζητήσεις έχουν επικεντρωθεί μεταξύ άλλων στο ενδεχόμενο τα δείγματα που εξετάστηκαν να προέρχονταν από τμήματα του υφάσματος που είχαν υποστεί επιδιορθώσεις.

Παράλληλα, οι νέες βιολογικές αναλύσεις δεν μπορούν να προσδιορίσουν με ακρίβεια την ηλικία του αρχικού λινού.

Οι ερευνητές σημειώνουν ότι τα στοιχεία δεν είναι αρκετά για να αποδειχθεί εάν η Σινδόνη δημιουργήθηκε στη μεσαιωνική Ευρώπη ή εάν χρονολογείται περίπου 2.000 χρόνια πριν.

Το μυστήριο παραμένει

Τα νέα ευρήματα προσθέτουν στοιχεία για το πολύπλοκο ιστορικό της Σινδόνης, χωρίς όμως να δίνουν οριστική απάντηση στο βασικό ερώτημα.

Η παρουσία γενετικών γραμμών που συνδέονται με την Εγγύς Ανατολή μπορεί να αποτελεί ένα ενδιαφέρον στοιχείο για την ιστορία του υφάσματος, αλλά η μεγάλη ανάμειξη DNA από ανθρώπους που το έχουν αγγίξει κατά τη διάρκεια των αιώνων καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.

Παράλληλα, τα ίχνη φυτών, ζώων και μικροοργανισμών από διαφορετικές περιοχές του κόσμου δείχνουν ότι η Σινδόνη έχει εκτεθεί σε ένα μεγάλο εύρος περιβαλλόντων και ανθρώπινων δραστηριοτήτων.

Το σημαντικότερο είναι ότι η νέα μελέτη δεν αποδεικνύει ούτε αποκλείει τη μεσαιωνική ή την αρχαία προέλευση της Σινδόνης. Παράλληλα, τα γενετικά ευρήματα δεν μπορούν να αποδείξουν ότι το ύφασμα κάλυψε το σώμα του Ιησού.

Έτσι, παρά τις νέες αναλύσεις και την πρόοδο των επιστημονικών μεθόδων, το μυστήριο της Σινδόνης του Τορίνο συνεχίζει να παραμένει άλυτο.