Η ακρίβεια έχει μετατραπεί στην Ελλάδα σε μόνιμη πολιτική άσκηση. Κάθε φορά που οι τιμές ανεβαίνουν, ψάχνουμε ποιο επίδομα, ποιο καλάθι, ποιο πλαφόν ή ποια μείωση φόρου θα τις συγκρατήσει. Όλα αυτά βοηθούν ανά περίπτωση. Αλλά δεν λύνουν το βασικό πρόβλημα. Διότι η ακρίβεια δεν είναι μόνο θέμα τιμών. Είναι κυρίως η σχέση των τιμών με το εισόδημα που διαθέτουμε.
Αν ένα προϊόν κοστίζει 10 ευρώ και το διαθέσιμο εισόδημά μας αυξηθεί κατά 30%, ενώ η τιμή του μείνει ίδια ή αυξηθεί πολύ λιγότερο, το προϊόν έχει ουσιαστικά γίνει φθηνότερο για τον καταναλωτή.
Δεν άλλαξε απαραίτητα το καρτελάκι.
Άλλαξε το ποσοστό του εισοδήματος που απαιτείται για να το αγοράσουμε.
Και αυτή είναι η ουσία: η ακρίβεια μπορεί να περιοριστεί προσωρινά με πολλά μέσα, αλλά αντιμετωπίζεται μόνιμα μόνο όταν αυξάνεται η παραγωγικότητα και, μαζί της, η πραγματική αγοραστική δύναμη.
Με δυο λόγια, χρειάζεται "αύξηση της πίτας". Όχι απλώς μεγαλύτερο ονομαστικό ΑΕΠ, αλλά μεγαλύτερη πραγματική παραγωγή, υψηλότερο εθνικό εισόδημα και περισσότερος παραγόμενος και σωρευόμενος πλούτος. Το ζητούμενο δεν είναι να μοιράσουμε δικαιότερα την ίδια πίτα της φτώχειας, αλλά να τη μεγαλώσουμε τόσο ώστε το μεγαλύτερο κομμάτι να προσφέρει πραγματικά καλύτερη ζωή σε όλους.
Εδώ βρίσκεται και το ελληνικό πρόβλημα. Το 2024, το ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα βρισκόταν περίπου στο 40% του μέσου όρου της ΕΕ και το ΑΕΠ ανά εργαζόμενο στο 57%. Δεν δουλεύουμε λίγο. Παράγουμε πολύ μικρότερη αξία ανά ώρα εργασίας. Παράλληλα, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις απασχολούν περίπου το 47% των εργαζομένων του μη χρηματοπιστωτικού τομέα, αλλά παράγουν περίπου το 25% της προστιθέμενης αξίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι "οι μικροί είναι το πρόβλημα". Οι πλέον παραγωγικές οικονομίες διαθέτουν οικοσυστήματα όπου οι μεγάλες επιχειρήσεις περιβάλλονται από σύγχρονες, εξειδικευμένες, καινοτόμες και ευέλικτες μικρομεσαίες. Το ελληνικό πρόβλημα είναι ότι πολλές επιχειρήσεις παραμένουν μικρές όχι από επιλογή, αλλά επειδή δυσκολεύονται να χρηματοδοτηθούν, να επενδύσουν, να συνεργαστούν και τελικά να μεγαλώσουν.
Υπάρχει όμως κι ένας ακόμη παράγοντας, ίσως ο σημαντικότερος από όσους μπορεί να επηρεάσει άμεσα η ίδια η χώρα: το κράτος.
Δεν μπορεί να αυξηθεί θεαματικά η παραγωγικότητα όταν πολύτιμος παραγωγικός χρόνος καταναλώνεται στην προσπάθεια… εξυπηρέτησης από τη δημόσια διοίκηση.
Κάθε ώρα μηχανικού που χάνεται για μια άδεια, κάθε μήνας που μια επένδυση περιμένει μια υπογραφή, κάθε επιχείρηση που απασχολεί ανθρώπους για να παρακολουθούν φακέλους, εγκρίσεις και αλληλεπικαλυπτόμενες διαδικασίες είναι παραγωγή που πετιέται στα σκουπίδια.
Η Ελλάδα βέβαια, έχει κάνει πολύ μεγάλη πρόοδο στην ψηφιοποίηση του κράτους.
Όμως αυτή δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε ανάλογη αύξηση της αποτελεσματικότητας ολόκληρου του κρατικού μηχανισμού.
Αν μια παράλογη διαδικασία γίνει ηλεκτρονική, παραμένει παράλογη — απλώς τώρα γίνεται μέσω υπολογιστή.
Χρειάζονται πολύ μικρότεροι χρόνοι απόκρισης, σαφείς προθεσμίες, προσωπική ευθύνη, πλήρης διαλειτουργικότητα, πραγματική αξιολόγηση και κατάργηση διαδικασιών που δεν προσφέρουν τίποτε πέρα από τη διαιώνιση της γραφειοκρατίας.
Η βελτίωση του κράτους δεν είναι θέμα ευγένειας προς τον πολίτη.
Είναι παραγωγική επένδυση.
Παραγωγικότητα σημαίνει ότι ο ίδιος εργαζόμενος, με καλύτερο εξοπλισμό, τεχνολογία, εκπαίδευση και οργάνωση, παράγει περισσότερη αξία. Το όφελος μπορεί να πάει σε υψηλότερους μισθούς, μεγαλύτερα κέρδη, χαμηλότερες σχετικές τιμές ή σε συνδυασμό τους. Για να μετατραπεί όμως σε καλύτερη ζωή, χρειάζεται ανταγωνισμός ώστε σημαντικό μέρος του να περνά και στους εργαζομένους και στους καταναλωτές.
Ναι, η μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη αυξάνει και τη ζήτηση.
Όμως δεν είναι το ίδιο με ένα επίδομα που ρίχνει χρήμα στην αγορά χωρίς να έχει παραχθεί τίποτε περισσότερο.
Όταν το εισόδημα αυξάνεται επειδή αυξήθηκε η παραγωγικότητα, έχει διευρυνθεί ταυτόχρονα και η παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας.
Η πρόσθετη ζήτηση δεν εξαφανίζει τις πληθωριστικές πιέσεις, ειδικά όπου η προσφορά είναι άκαμπτη, αλλά δεν δημιουργεί την ίδια πίεση στις τιμές.
Από εκεί ξεκινά ο ενάρετος κύκλος: μεγαλύτερη παραγωγή, υψηλότεροι πραγματικοί μισθοί, περισσότερες επενδύσεις και εξαγωγές, μεγαλύτερα δημόσια έσοδα χωρίς αύξηση συντελεστών.
Η χώρα αποκτά μεγαλύτερη δυνατότητα να χρηματοδοτεί τις εισαγωγές της με εξαγωγές υψηλότερης αξίας, να περιορίζει τις εξωτερικές ανισορροπίες και να δημιουργεί μεγαλύτερη φορολογική βάση για άμυνα, υποδομές, έρευνα και Παιδεία.
Με έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών που προβλέπεται γύρω στο 7,1% του ΑΕΠ το 2026, το θέμα κάθε άλλο παρά ακαδημαϊκό είναι.
Η παραγωγικότητα δεν αγοράζει μόνο καλύτερη ζωή.
Αγοράζει και εθνική ισχύ.
Οι μεγάλοι κερδισμένοι είναι οι παραγωγικές επιχειρήσεις, οι εργαζόμενοι των οποίων οι δεξιότητες αποκτούν μεγαλύτερη αξία, οι καταναλωτές και τελικά το Δημόσιο.
Θα υπάρξουν όμως και χαμένοι.
Επιχειρήσεις που επιβιώνουν από προστατευμένες αγορές, φθηνή εργασία ή κρατικές πλάτες θα πιεστούν, ενώ εργαζόμενοι και κλάδοι μπορεί να πληρώσουν προσωρινά το κόστος της αυτοματοποίησης και της αναδιάρθρωσης.
Γι’ αυτό χρειάζονται πραγματική επανεκπαίδευση και ευκολότερη μετακίνηση εργασίας και κεφαλαίου προς παραγωγικότερες δραστηριότητες.
Πώς γίνεται; Εδώ χρειάζεται σοβαρή δουλειά πριν αποφασιστούν τα εργαλεία.
Θα μπορούσε να εξεταστεί η γενναία επέκταση των ήδη υφιστάμενων φορολογικών υπερεκπτώσεων σε παραγωγικό εξοπλισμό, αυτοματισμούς, AI και λογισμικό, συνδέοντας μέρος του κινήτρου με τεκμηριωμένη αύξηση της παραγωγικότητας.
Παράλληλα, χρειάζονται ισχυρότερα κίνητρα για συγχωνεύσεις και ουσιαστικές συνεργασίες μικρών επιχειρήσεων, καλύτερη αξιοποίηση κριτηρίων καινοτομίας και παραγωγικής αποτελεσματικότητας στις κρατικές προμήθειες, αυτοδίκαιη έγκριση σε αδειοδοτήσεις όταν το Δημόσιο υπερβαίνει τις προθεσμίες και, γιατί όχι, ένα "μέρισμα παραγωγικότητας": φορολογικό όφελος σε επιχειρήσεις που αυξάνουν αποδεδειγμένα την προστιθέμενη αξία ανά ώρα εργασίας, ταυτόχρονα με τους πραγματικούς μισθούς και χωρίς υπονόμευση της απασχόλησης.
Καμία από αυτές τις ιδέες δεν είναι έτοιμη συνταγή. Χρειάζονται κοστολόγηση, μελέτη, δικλίδες ασφαλείας και πιθανότατα πιλοτική εφαρμογή. Αλλά αυτή ακριβώς είναι η συζήτηση που αξίζει να γίνει.
Διότι η πραγματική νίκη απέναντι στην ακρίβεια δεν είναι μόνο να επιστρέψει η ντομάτα από τα τρία ευρώ στα δυόμισι. Η νίκη θα έρθει όταν τα 3 ευρώ θα αντιπροσωπεύουν πολύ μικρότερο μέρος του ατομικού εισοδήματος.
Τα υπόλοιπα είναι άμυνα. Η παραγωγικότητα είναι η επίθεση.
Πέτρος Λάζος
