Μέρος της παραγωγής μη επανδρωμένων αμυντικών συστημάτων της STARK Defence θα γίνεται πλέον στη Θεσσαλονίκη. Τα προϊόντα προορίζονται τόσο για την ελληνική αγορά όσο και για χώρες του ΝΑΤΟ, αναβαθμίζοντας σημαντικά την παρουσία της γερμανικής εταιρείας στην Ελλάδα.

Η Θεσσαλονίκη ως κόμβος παραγωγής

Η Θεσσαλονίκη μετατρέπεται σε κέντρο ανάπτυξης και παραγωγής για μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες εταιρείες στην ευρωπαϊκή αμυντική τεχνολογία. Η αποτίμηση της STARK αγγίζει πλέον τα 4 δισ. δολάρια.

Σύμφωνα με πηγές της STARK Defence, η επένδυση ανέρχεται σε αρκετά εκατομμύρια ευρώ και αφορά ένα πλήρως εξοπλισμένο Excellence Hub 2.000 τ.μ. Εκεί, η εταιρεία θα συγκεντρώσει ολόκληρη την παραγωγική αλυσίδα: από την έρευνα και ανάπτυξη και την κατασκευή πρωτοτύπων, έως τη συναρμολόγηση και την τελική παραγωγή.

Η παραγωγή έχει ήδη ξεκινήσει σε περιορισμένη κλίμακα, με τη μονάδα να αναμένεται να φτάσει σε πλήρη παραγωγική δυναμικότητα μέσα στον επόμενο χρόνο. Η ελληνική ομάδα αναμένεται να αριθμεί έως 200 εργαζομένους έως το 2028.

Αυτό το μοντέλο παραγωγικής εγκατάστασης, με τον συνδυασμό ανάπτυξης, πρωτοτύπων, συναρμολόγησης και τελικής παραγωγής μη επανδρωμένων αμυντικών συστημάτων κάτω από την ίδια στέγη, από διεθνή όμιλο defence-tech, με ελληνική τεχνογνωσία και προσανατολισμό σε Ελλάδα και ΝΑΤΟ, δεν εντοπίζεται σήμερα στην εγχώρια ιδιωτική αμυντική βιομηχανία.

Μακροπρόθεσμη δέσμευση στην Ελλάδα

Πηγές της STARK εξηγούν ότι η επένδυση στη Θεσσαλονίκη αποτελεί «μακροπρόθεσμη δέσμευση του γερμανικού ομίλου στην Ελλάδα», εντασσόμενη στην ευρύτερη στρατηγική ανάπτυξη του παραγωγικού δικτύου της εταιρείας στην Ευρώπη.

Η επιλογή της Θεσσαλονίκης οφείλεται τόσο στην πρόσβαση σε εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό όσο και στη γεωγραφική της θέση, που προσφέρει δυνατότητα διασύνδεσης με την υπόλοιπη Ευρώπη. Η Θεσσαλονίκη εντάσσεται στο ευρύτερο δίκτυο ανάπτυξης και παραγωγής που χτίζει ο γερμανικός όμιλος στην Ευρώπη, με την ελληνική ομάδα να αποκτά ήδη δικό της τεχνολογικό και παραγωγικό αποτύπωμα.

Τρία ελληνικά συστήματα στο χαρτοφυλάκιο της STARK

Ο διευθύνων σύμβουλος της STARK Greece, Γιώργος Παπαδημητρόπουλος, αναφέρει ότι η ελληνική ομάδα έχει ήδη αναπτύξει και κατασκευάζει τρία συστήματα που βρίσκονται σήμερα στο χαρτοφυλάκιο της STARK.

Η ελληνική αγορά αποτελεί σημαντικό κομμάτι του σχεδιασμού και, όσο εξελίσσεται η σχέση της εταιρείας με τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, η δραστηριότητά της στη χώρα μπορεί να προσαρμόζεται στις συγκεκριμένες απαιτήσεις τους. Η STARK επιδιώκει ενεργά συνεργασίες με ελληνικές αμυντικές και τεχνολογικές εταιρείες, καθώς και με πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα.

Ο εξαγωγικός προσανατολισμός της ελληνικής δραστηριότητας αποτυπώνεται και στην οργανωτική δομή της εταιρείας. Η STARK αναζητά στη Θεσσαλονίκη Export Control Specialist, θέση που αφορά το πλαίσιο ελέγχου εξαγωγών και τη διαχείριση των σχετικών διαδικασιών, υποδηλώνοντας ότι η Θεσσαλονίκη θα παράγει και για συμμάχους του ΝΑΤΟ.

Το τεχνολογικό αποτύπωμα της ελληνικής ομάδας έχει ήδη φανεί σε μεγάλες ασκήσεις του ΝΑΤΟ. Πρόσφατα, η εταιρεία συμμετείχε στην άσκηση REPMUS στην Πορτογαλία με τα μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας Vanta. Στο πλαίσιο αυτό, η STARK παρουσίασε την εκτόξευση του loitering munition Cascade, το οποίο έχει αναπτυχθεί πλήρως στη Θεσσαλονίκη, από το Vanta, συνδυάζοντας δύο συστήματα δικής της ανάπτυξης.

Έως 200 εργαζόμενοι το 2028 και brain gain

Παράλληλα με την παραγωγή, η STARK χτίζει και την ελληνική της ομάδα. Στόχος είναι να αριθμεί 100 έως 200 εργαζομένους έως το 2028. Οι προσλήψεις επικεντρώνονται σε ειδικότητες υψηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης, όπως μηχανικοί αεροδιαστημικής, μηχανολόγοι, ειδικοί ηλεκτρονικών συστημάτων και εξειδικευμένοι τεχνικοί συναρμολόγησης.

Στον σχεδιασμό περιλαμβάνεται και η επιστροφή Ελλήνων μηχανικών που εργάζονται σήμερα στο εξωτερικό. Πηγές της STARK αναφέρουν ότι η εταιρεία έχει ήδη φέρει πίσω στην Ελλάδα ορισμένους Έλληνες μηχανικούς που εργάζονταν στην Ευρώπη, επιχειρώντας να δημιουργήσει στη Θεσσαλονίκη μια δεξαμενή τεχνογνωσίας γύρω από τα μη επανδρωμένα αμυντικά συστήματα.

Η πορεία της STARK στην Ελλάδα

Η παρουσία της STARK στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε από τη στενή συνεργασία του γερμανικού ομίλου με την GEP Unmanned S.A., μια startup της Βόρειας Ελλάδας στον χώρο του defence tech, η οποία είχε ήδη σημαντική πνευματική ιδιοκτησία και τεχνογνωσία στα UAVs.

Αυτή η συνεργασία αποτέλεσε τη βάση για την ελληνική παρουσία της STARK. Μαζί με την ηγετική ομάδα της GEP και τον Γιώργο Παπαδημητρόπουλο, σημερινό General Director της STARK Greece, δημιουργήθηκε η ελληνική ομάδα, η οποία αναλαμβάνει πλέον δραστηριότητες έρευνας, ανάπτυξης και παραγωγής στη Θεσσαλονίκη.

Ποια είναι η STARK των 4 δισ. δολ.

Πίσω από την επένδυση στη Θεσσαλονίκη βρίσκεται μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες εταιρείες του ευρωπαϊκού defence-tech. Η STARK Defence, ιδρύθηκε μόλις το 2024 από τους Florian Seibel και Johannes Schaback. Μέσα σε μόλις δύο χρόνια, εξελίχθηκε σε έναν από τους πλέον προβεβλημένους παίκτες της ευρωπαϊκής αμυντικής τεχνολογίας, με την αποτίμησή της να κινείται στα 4 δισ. δολάρια.

Καθοριστικός σταθμός στην πορεία της ήταν ο τελευταίος γύρος χρηματοδότησης, τον Ιούνιο του 2026, μέσω του οποίου η STARK άντλησε περίπου 580 εκατ. δολάρια.

Στους επενδυτές της περιλαμβάνονται ισχυρά ονόματα του διεθνούς venture capital, όπως η Sequoia Capital, το Founders Fund, και το NATO Innovation Fund. Το μεγαλύτερο μέρος των νέων κεφαλαίων προορίζεται για R&D και για την επέκταση της παραγωγικής δυναμικότητας, καθώς η STARK στοχεύει στην ταχεία μετάβαση από την ανάπτυξη στην παραγωγή μεγάλης κλίμακας.

Η STARK, με CEO τον Uwe Horstmann, αναπτύσσει software-defined μη επανδρωμένα αμυντικά συστήματα, συνδυάζοντας hardware, λογισμικό και τεχνολογίες αυτονομίας. Στο χαρτοφυλάκιό της περιλαμβάνονται συστήματα όπως το Virtus, το Vanta και το Minerva, με τη δραστηριότητά της να εκτείνεται από εναέρια και θαλάσσια μη επανδρωμένα συστήματα έως τεχνολογίες command and control.

Η ανάπτυξη της εταιρείας συνοδεύεται από ταχεία διεύρυνση του παραγωγικού αποτυπώματος στην Ευρώπη.

Η STARK έχει παρουσία σε πέντε χώρες – Γερμανία, Ουκρανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ελλάδα και Σουηδία – με παραγωγικές εγκαταστάσεις που καλύπτουν συνολικά 18.500 τ.μ. Περισσότερο από το 45% των δαπανών της κατευθύνεται σε R&D, καθώς η εταιρεία επιχειρεί να χτίσει ένα ευρωπαϊκό δίκτυο ανάπτυξης και παραγωγής με δυνατότητα ταχείας κλιμάκωσης.