Γράφει ο Jared Bernstein
Φανταστείτε ότι μπαίνετε τρέχοντας σε μια κινηματογραφική αίθουσα φωνάζοντας "φωτιά!". Όμως ακριβώς τη στιγμή που ο κόσμος αρχίζει να πανικοβάλλεται, λέτε: "Εννοώ... όχι ακόμα... αλλά ίσως κάποια άγνωστη στιγμή στο μέλλον".
Αυτή είναι μια εύστοχη περιγραφή της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε πολλοί από εμάς που παρακολουθούμε τη δημοσιονομική εικόνα των ΗΠΑ. Για πολλά χρόνια, δεν ανησυχούσα για το χρέος. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Μπάιντεν, μάλιστα, ασκούσα κριτική σε όσους ζητούσαν μια πιο αυστηρή δημοσιονομική πολιτική, καθώς πίστευα ότι η λιτότητα θα προκαλούσε περισσότερο κακό παρά καλό.
Η δημοσιονομική μας πραγματικότητα έχει όμως αλλάξει σημαντικά από τότε και το ίδιο έχει συμβεί και με τη στάση μου απέναντι στο δημόσιο χρέος. Να γιατί:
■ Τα βασικά αριθμητικά δεδομένα του προϋπολογισμού έχουν επιδεινωθεί, καθώς το επιτόκιο του εθνικού μας χρέους πλησιάζει τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας. Εάν το χρέος —το οποίο διογκώνεται λόγω των τόκων— αυξάνεται σταθερά με ταχύτερο ρυθμό από την οικονομία, κινδυνεύουμε να εισέλθουμε σε μια σπείρα χρέους.
■ Τα ετήσια ελλείμματά μας, που σήμερα ανέρχονται περίπου στο 6% του ΑΕΠ, είναι πολύ υψηλότερα από τα επίπεδα που υποδεικνύει το ιστορικό προηγούμενο. Δεν βρισκόμαστε σε ύφεση, ωστόσο δανειζόμαστε σαν να βρισκόμαστε.
■ Σε πολιτικό επίπεδο, κανένα από τα δύο κόμματα δεν δείχνει να ενδιαφέρεται να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Μάλιστα, ο πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ και ο υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ δημιουργούν ακριβώς τους κινδύνους που μου προκαλούν ανησυχία.
Ο Τραμπ το κάνει προσπαθώντας ξεκάθαρα να χειραγωγήσει την Federal Reserve ώστε να μειωθούν οι πληρωμές για το χρέος μας.
Η στάση του Μπέσεντ ίσως είναι ακόμη χειρότερη, καθώς εγκαταλείπει το σταθερό χέρι που απαιτείται για τη θέση του υπουργού Οικονομικών, υιοθετώντας την αλαζονική συμπεριφορά ενός διαχειριστή αμοιβαίων κεφαλαίων υψηλού κινδύνου.
Κάνει επίδειξη ισχύος —"Εγώ είμαι το καζίνο τώρα", δήλωσε αναφερόμενος στην πρόσφατη αγορά ιαπωνικών γεν από το υπουργείο Οικονομικών για τη στήριξη του δολαρίου— προκαλώντας τις αγορές συναλλάγματος και ομολόγων να στοιχηματίσουν εναντίον του.
Και εκείνες το έκαναν.
Οι traders αγνόησαν γρήγορα την αλαζονεία του και οι αποδόσεις των ομολόγων αυξήθηκαν.
Με όλες αυτές τις πιέσεις, μπορώ να κάνω κάτι καλύτερο από το να προβλέψω ότι ο ουρανός μπορεί, κάποια στιγμή, να πέσει στα κεφάλια μας; Αυτό θα συμβεί εάν το χρέος εκτιναχθεί και οι δανειστές απαιτήσουν υψηλότερα επιτόκια για να αντισταθμίσουν τον αυξημένο κίνδυνο. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να αναγκάσει την κυβέρνηση να περικόψει δαπάνες και να αυξήσει τα επιτόκια με ρυθμό που θα προκαλούσε μια άσχημη ύφεση.
Δεν μπορώ να πω πότε αυτοί οι κίνδυνοι θα γίνουν πραγματικότητα, για τουλάχιστον δύο λόγους.
Πρώτον, οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις —συμπεριλαμβανομένων των κρίσεων χρέους— σπάνια εξελίσσονται με γραμμικό τρόπο. Η κατάσταση μπορεί να επιδεινωθεί ραγδαία (να σημειωθεί ένα απότομο άλμα αν μιλάμε για τα επιτόκια). Το φοβισμένο χρήμα σπεύδει άρον-άρον προς την έξοδο.
Τον Οκτώβριο του 1987, ο Dow Jones υποχώρησε 23% μέσα σε μία ημέρα, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη πτώση που έχει καταγραφεί ποτέ.
Οι μετοχές ήταν υπερτιμημένες —όπως υποστηρίζουμε με τον Ryan Cummings ότι συμβαίνει και σήμερα— και οι αυτοματοποιημένοι αλγόριθμοι "για την ασφάλεια του χαρτοφυλακίου" μπήκαν σε ένα αλληλοτροφοδοτούμενο πτωτικό σπιράλ, ρευστοποιώντας μετοχές με αμυντική διάθεση καθώς οι τιμές έπεφταν και προκαλώντας έτσι ακόμα μεγαλύτερη υποχώρηση των τιμών, η οποία με τη σειρά της πυροδοτούσε νέες πωλήσεις.
Στα μέσα Σεπτεμβρίου του 2008, εν μέσω της κατάρρευσης της φούσκας των ακινήτων, ένα αμοιβαίο κεφάλαιο υποχώρησε κάτω από την ονομαστική του αξία.
Δηλαδή, ένα fund που θεωρούνταν απολύτως ασφαλές μπορούσε να επιστρέψει μόνο 97 σεντς για κάθε δολάριο που είχε επενδυθεί.
Αυτό πυροδότησε πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων και απαιτήσεις για πρόσθετες εγγυήσεις, προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις στο σύστημα και συμβάλλοντας στο ξέσπασμα της βαθύτερης ύφεσης στις ΗΠΑ μετά τη Μεγάλη Ύφεση.
Τον Σεπτέμβριο του 2022, οι αγορές χρέους στη Βρετανία βίωσαν ένα αντίστοιχα ξαφνικό και μη γραμμικό συμβάν.
Προτείνοντας φορολογικές μειώσεις που θα καλύπτονταν μέσω ελλειμμάτων (σας θυμίζει κάτι;), η πρωθυπουργός Λιζ Τρας προκάλεσε μαζικές πωλήσεις βρετανικών ομολόγων, οδηγώντας σε άλμα τις αποδόσεις τους.
Αυτό ήταν από μόνο του αρνητικό, αλλά ο μηχανισμός ανατροφοδότησης που ακολούθησε οδήγησε σε κατάρρευση.
Η ταχεία άνοδος των επιτοκίων προκάλεσε απαιτήσεις για πρόσθετες εγγυήσεις σε συνταξιοδοτικά ταμεία που είχαν δανειστεί σε μεγάλο βαθμό και είχαν τοποθετηθεί λανθασμένα στην αγορά - αναγκάστηκαν να αρχίσουν να ρευστοποιούν άμεσα ό,τι μπορούσαν, πιέζοντας τις αποδόσεις ακόμη ψηλότερα και πυροδοτώντας ένα ακόμη μεγαλύτερο κύμα πωλήσεων.
Είναι αλήθεια ότι οι δικές μας αγορές είναι πολύ πιο ενσωματωμένες στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα σε σχέση με τις βρετανικές, ενώ και το καθεστώς του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος παρέχει μια ασπίδα προστασίας.
Ωστόσο, την ίδια στιγμή, οι μεγαλύτερες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης έφτασαν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα μόχλευσης και είναι κάθε άλλο παρά απίθανο είναι να φανταστούμε ένα σενάριο όπου μια απότομη άνοδος των επιτοκίων (ή οι ανεπαρκείς αποδόσεις των επενδύσεών τους) θα οδηγούσε τους επενδυτές να προχωρήσουν σε μαζικές πωλήσεις αυτών των μετοχών.
Στο μεταξύ, η κυβέρνηση μας έχει μπει σε έναν αγώνα δρόμου με τις τεχνολογικές εταιρείες για την αναζήτηση νέων κεφαλαίων, διατηρώντας την ανοδική πίεση στα επιτόκια.
Ο πρόεδρος Τραμπ από την πλευρά του μόλις πρότεινε να δώσει σε κάθε ενήλικα Αμερικανό $5.000 αν οι Ρεπουμπλικάνοι κερδίσουν τις ενδιάμεσες εκλογές, προσθέτοντας έτσι άλλο $1 τρισ. στο χρέος. Είναι εξαιρετικά απίθανο να υλοποιήσει την πρόταση του, ωστόσο η απερισκεψία της προκάλεσε "αναστάτωση στην αγορά ομολόγων, την οποία η κυβέρνηση Τραμπ προσπαθεί μάταια να περιορίσει", όπως ανέφεραν πρόσφατα οι Times.
Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πότε θα συμβεί μια οικονομική κατάρρευση έγκειται στον κυκλικό χαρακτήρα του συστήματος.
Η αγορά ομολόγων μπορεί να αλλάξει πορεία με τρόπους που μετατρέπουν τις προοπτικές του χρέους από βιώσιμες σε μη βιώσιμες, ακόμη και χωρίς κάποιο γεγονός-πυροδότη, όπως στην περίπτωση της Τρας. (Οι οικονομολόγοι το αποκαλούν "πολλαπλές ισορροπίες" — δεν πληρωνόμαστε για να μιλάμε απλά και κατανοητά.)
Εφόσον οι πιστωτές θεωρούν ότι το χρέος των ΗΠΑ είναι ασφαλές, η Fed αξιόπιστη και το υπουργείο Οικονομικών γνωρίζει τι κάνει, τότε ο αντιλαμβανόμενος κίνδυνος και τα πραγματικά επιτόκια παραμένουν χαμηλά.
Αυτή είναι θετική ισορροπία.
Αν οι δανειστές αρχίσουν να αμφισβητούν αυτές τις καθησυχαστικές παραδοχές, τότε τα πράγματα δυσκολεύουν.
Θα απαιτήσουν υψηλότερα επιτόκια, γεγονός που αυξάνει το κόστος εξυπηρέτησης και καθιστά δυσκολότερη την αποπληρωμή του χρέους.
Αυτή είναι αρνητική ισορροπία στην αγορά.
Είναι ευκολότερο να διατηρείται η θετική ισορροπία όταν το δημόσιο χρέος είναι στο 40% του ΑΕΠ - όπως το 1990 - αντί για 100% με αυξητική τάση, όπως είναι σήμερα.
Όπως επισήμαναν πρόσφατα οι αναλυτές της Goldman Sachs: "Το υψηλότερο χρέος αυξάνει την ευπάθεια σε αρνητικές εκπλήξεις". (Βεβαίως, ο δείκτης δημόσιου χρέους της Ιαπωνίας είναι διπλάσιος από των ΗΠΑ, για λόγους που αφορούν αποκλειστικά την Ιαπωνία.
Ωστόσο, και η Ιαπωνία αντιμετωπίζει πλέον νέες πιέσεις στα επιτόκια.)
Δεν μπορώ να συνδέσω λέξεις όπως "θετική" και "ισορροπία" με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Πράγματι, η περιφρόνηση της κυβέρνησης Τραμπ προς τα ιστορικά πρότυπα δημοσιονομικής διαχείρισης εντείνει τον φόβο των επενδυτών για "δημοσιονομική κυριαρχία".
Πρόκειται για τον όρο που περιγράφει την κατάσταση κατά την οποία η κυβέρνηση, ανησυχώντας για το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους της, προσπαθεί να αναγκάσει τη Fed να μειώσει τα επιτόκια.
Πρόσθετες ανησυχίες ενδέχεται να αφορούν πιο συγκεκαλυμμένες μορφές αθέτησης πληρωμών, όπως η επιμήκυνση των λήξεων των ομολόγων, ώστε οι επενδυτές να λαμβάνουν μεν τα χρήματά τους, αλλά αργότερα απ’ ό,τι είχε αρχικά συμφωνηθεί.
Στο ενδεχόμενο που οι επενδυτές πανικοβληθούν και αρχίσουν να ξεφορτώνονται τα αμερικανικά ομόλογα που έχουν στην κατοχή τους, δεν θα μπορούσε άραγε η Fed να παρέμβει και να αγοράσει χρέος, εξουδετερώνοντας το μαζικό ξεπούλημα; Όχι απαραίτητα, ειδικά εάν θεωρεί προβληματικά τα θεμελιώδη μεγέθη του χρέους - τα τρία σημάδια που προανέφερα.
Βεβαίως, εάν η κεντρική τράπεζα ελέγχεται από τον Λευκό Οίκο, μπορεί να προχωρήσει σε οποιασδήποτε μορφής απερίσκεπτη παρέμβαση.
Ωστόσο, αυτό θα επιτείνει απλώς τις υποβόσκουσες ανησυχίες των επενδυτών και θα επιταχύνει την κρίση.
Η εκτίμησή μου είναι ότι, αν συνεχίσουμε στην τρέχουσα πορεία, μέσα στην επόμενη δεκαετία θα επέλθει κάποιας μορφής αναμέτρηση με την πραγματικότητα — μια εξέλιξη που ενδέχεται να επιβάλει μια αιφνίδια και επώδυνη αναδιάρθρωση του χρέους.
Υπάρχει ακόμη χρόνος για να αποφύγουμε αυτή την κατάληξη.
Δεν είναι απαραίτητο να ισοσκελίσουμε τον προϋπολογισμό, να επιλύσουμε άμεσα και πλήρως το ζήτημα της Κοινωνικής Ασφάλισης ή να πετύχουμε κάποιον αυθαίρετο στόχο στο έλλειμμα.
Είναι όμως αναγκαίο η κυβέρνηση να στείλει στους επενδυτές το μήνυμα ότι αντιλαμβάνεται τους κινδύνους.
Ο καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτό είναι να σταματήσουμε να σκάβουμε βαθύτερα την τρύπα του χρέους — ή έστω να σκάβουμε με πιο αργό ρυθμό.
Οποιαδήποτε ένδειξη αφύπνισης του Κογκρέσου ως αντίδραση στα νέα δεδομένα θα αποτελούσε ένα ισχυρό, θετικό μήνυμα προς τους επενδυτές.
Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί τόσο μέσω αυξήσεων στη φορολογία όσο και μέσω περικοπών στις δαπάνες.
Στόχος μου εδώ δεν είναι να αναλύσω τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα σε διαφορετικές εναλλακτικές για να σταματήσουμε αυτή την πορεία, αλλά να επισημάνω το εξής: αν και δεν μπορώ να προσδιορίσω την ακριβή ημέρα και ώρα που θα ξεσπάσει η κρίση, μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι πλησιάζουμε σε αυτήν.
Και μάλιστα με ρυθμό που προκαλεί ανησυχία ακόμη και σε έναν άνθρωπο που δεν συνηθίζει να σπέρνει τον πανικό.
*Ο Jared Bernstein είναι διακεκριμένος ερευνητής πολιτικής στο Ινστιτούτο Οικονομικής Πολιτικής του Στάνφορντ και ανώτερος ερευνητής στο Κέντρο για την Αμερικανική Πρόοδο.
© 2026 Διατίθεται από το "The New York Times Licensing Group"
