Μια φράση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, που αφορά το ακριβές εύρος της «δικαιοδοσίας του λιμένα», έχει προκαλέσει μια πολυετή δικαστική διαμάχη με έντονο επιχειρηματικό ενδιαφέρον στον Πειραιά. Η υπόθεση, η οποία ξεκίνησε πριν από σχεδόν πέντε χρόνια στο Συμβούλιο της Επικρατείας, έχει πλέον φτάσει μέχρι το Λουξεμβούργο.

Στη μία πλευρά αυτής της εκκρεμούς δίκης βρίσκεται η «Τεχνική Προστασίας Περιβάλλοντος Α.Ε.» (ΤΠΠ) του Γιάννη Πολυχρονόπουλου, μια εταιρεία που δραστηριοποιείται στην παραλαβή και διαχείριση αποβλήτων και καταλοίπων φορτίου από πλοία.

Στην άλλη πλευρά βρίσκονται τα αρμόδια υπουργεία, καθώς η αίτηση ακύρωσης στο ΣτΕ στρέφεται κατά Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) που καθορίζει τα όρια της δικαιοδοσίας του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς (ΟΛΠ).

Υπέρ των υπουργείων έχουν παρέμβει ο ΟΛΠ, η «Hellenic Environmental Center» (HEC) και η «Antipollution» του Βύρωνα Βασιλειάδη. Οι εταιρείες αυτές υποστηρίζουν τη διατήρηση της επίμαχης κανονιστικής ρύθμισης της ΚΥΑ, καθώς αυτή επηρεάζει άμεσα την περιοχή όπου δραστηριοποιούνται ως συμβαλλόμενοι του ΟΛΠ για τη διαχείριση των αποβλήτων των πλοίων.

Η κρίσιμη θαλάσσια ζώνη και το ερώτημα του ΣτΕ

Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται μια θαλάσσια ζώνη με ιδιαίτερο νομικό καθεστώς: τα αγκυροβόλια κοντά στο λιμάνι του Πειραιά. Αυτά τα αγκυροβόλια βρίσκονται έξω από την περιοχή δικαιοδοσίας του ΟΛΠ, αλλά εντός της δικαιοδοσίας της αρμόδιας λιμενικής αρχής.

Ο ορισμός αυτής της ζώνης είναι τόσο περίπλοκος που το ΣτΕ διέκοψε τη δίκη, για να στείλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) σχετικά με την ερμηνεία της σχετικής Οδηγίας.

Ο ΟΛΠ λειτουργεί τον λιμένα του Πειραιά βάσει σύμβασης παραχώρησης με το Ελληνικό Δημόσιο, εντός συγκεκριμένων, προκαθορισμένων ορίων στη θαλάσσια περιοχή του Πειραιά. Ωστόσο, εκτός της περιοχής δικαιοδοσίας του, υπάρχουν αγκυροβόλια που παραμένουν στην ευρύτερη περιοχή αρμοδιότητας του Λιμενικού Σώματος. Αυτή η «ενδιάμεση περιοχή» είναι το σημείο εκκίνησης της δικαστικής μάχης.

Δεν είναι σαφές εάν την ευθύνη για αυτήν την περιοχή έχει ο ΟΛΠ ή το Λιμενικό και, κατά συνέπεια, αν τη διαχείριση των αποβλήτων αναλαμβάνουν οι συμβαλλόμενοι με τον ΟΛΠ (δηλαδή η «Antipollution» και η HEC) ή αν μπορούν να δραστηριοποιηθούν εκεί και άλλες εταιρείες.

Σύμφωνα με το υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς, την ευθύνη για τα εν λόγω αγκυροβόλια έχει, ως φορέας του πλησιέστερου λιμένα, ο ΟΛΠ. Στο πλαίσιο αυτό, ο ΟΛΠ έχει αναθέσει τη συλλογή αποβλήτων από πλοία στην επίμαχη περιοχή στην HEC και στην «Antipollution».

Η HEC ειδικεύεται στα υγρά απόβλητα, ενώ η «Antipollution» στα στερεά, και οι δύο εταιρείες παρέχουν υπηρεσίες σε πλοία στον Πειραιά βάσει συμβάσεων που ανατέθηκαν μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών. Η ΤΠΠ δραστηριοποιείται στον ίδιο κλάδο, αλλά δεν είναι αντισυμβαλλόμενη του ΟΛΠ, γεγονός που αποτελεί τον οικονομικό πυρήνα της διαφοράς.

Οι θέσεις των δύο πλευρών

Η ΤΠΠ υποστηρίζει ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι δικαιούται να παρέχει τις υπηρεσίες της και σε πλοία που χρησιμοποιούν αγκυροβόλια κοντά στον Πειραιά.

Το πρόβλημα για την εταιρεία είναι ότι, υπό το υφιστάμενο σύστημα, τα πλοία που χρησιμοποιούν αγκυροβόλια της «ενδιάμεσης περιοχής» μπορούν να συνάπτουν συμβάσεις συλλογής αποβλήτων μόνο με τους παρόχους που έχουν επιλεγεί για την περιοχή αυτή, δηλαδή με τον ΟΛΠ. Ως εκ τούτου, η ΤΠΠ στρέφεται κατά της νομικής βάσης πάνω στην οποία οικοδομήθηκε αυτό το καθεστώς.

Η εταιρεία προβάλλει ενώπιον του ΣτΕ τον ισχυρισμό περί υπέρμετρου περιορισμού της επιχειρηματικής ελευθερίας, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση ως μονοπώλιο που παρέχει αδικαιολόγητο πλεονέκτημα στους φορείς διαχείρισης λιμένων.

Από την άλλη πλευρά, ο ΟΛΠ, η HEC και η «Antipollution» υποστηρίζουν ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν περιορίζει την έννοια του λιμένα στα συμβατικά όρια της δικαιοδοσίας του φορέα εκμετάλλευσής του, αλλά επεκτείνει τη δικαιοδοσία του και στην ενδιάμεση περιοχή.

Η ΚΥΑ του 2021 και η λέξη «αγκυροβόλιο»

Στη ρίζα της διαφοράς βρίσκεται η ΚΥΑ 3122.3-15/71164/2021, με την οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2019/883 για τις λιμενικές εγκαταστάσεις παραλαβής αποβλήτων από πλοία.

Η ευρωπαϊκή Οδηγία ορίζει ως «λιμένα» έναν τόπο ή γεωγραφική περιοχή που έχει διαμορφωθεί και εξοπλιστεί κυρίως για την υποδοχή πλοίων, περιλαμβάνοντας και το «αγκυροβόλιο εντός της δικαιοδοσίας του λιμένα».

Ωστόσο, η ελληνική ΚΥΑ προχώρησε και στον προσδιορισμό του «αγκυροβολίου» ως καθορισμένης θαλάσσιας περιοχής πλησίον λιμένα, η οποία βρίσκεται έξω από την περιοχή δικαιοδοσίας του φορέα διαχείρισης του λιμένα και μέσα στην περιοχή δικαιοδοσίας της αρμόδιας λιμενικής αρχής.

Αυτή η προσθήκη βρίσκεται στο στόχαστρο της ΤΠΠ, η οποία υποστηρίζει ότι η Οδηγία αναφέρεται μόνο σε αγκυροβόλια που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας του φορέα εκμετάλλευσης του λιμένα. Επομένως, κατά τη θέση της, η ελληνική κανονιστική διοίκηση, προσπαθώντας να μεταφέρει την Οδηγία στην εθνική έννομη τάξη, διεύρυνε το πεδίο της περισσότερο από όσο επέτρεπε η νομοθετική εξουσιοδότηση.

Από το ΣτΕ στο ΔΕΕ

Η ΤΠΠ προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 15 Δεκεμβρίου 2021, ζητώντας την ακύρωση της επίμαχης διάταξης της υπουργικής απόφασης. Στη δίκη παρενέβησαν υπέρ της διατήρησης της ρύθμισης ο ΟΛΠ, η HEC και η «Antipollution».

Το ΣτΕ βρέθηκε αντιμέτωπο με ένα πρόβλημα που δεν μπορούσε να λυθεί αποκλειστικά με την ερμηνεία του ελληνικού δικαίου. Για να κρίνει αν τα αρμόδια υπουργεία ξεπέρασαν τα όρια της νομοθετικής εξουσιοδότησης, έπρεπε να γνωρίζει πόσο ευρύ είναι το πεδίο της συγκεκριμένης Οδηγίας.

Έτσι, με απόφαση της 11ης Ιουνίου 2025, το Συμβούλιο της Επικρατείας ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και απευθύνθηκε στο ΔΕΕ, ζητώντας διευκρινίσεις επί του περιεχομένου της Οδηγίας.

Συγκεκριμένα, το ΣτΕ ζήτησε να διευκρινιστεί εάν τα αγκυροβόλια που βρίσκονται έξω από την περιοχή δικαιοδοσίας του φορέα εκμετάλλευσης του λιμένα, αλλά μέσα στην περιοχή δικαιοδοσίας της αρμόδιας λιμενικής αρχής, αποτελούν αγκυροβόλια «εντός της δικαιοδοσίας του λιμένα» κατά την Οδηγία 2019/883.

Το ΔΕΕ δεν θα υποκαταστήσει το Συμβούλιο της Επικρατείας και δεν θα αποφασίσει αν θα ακυρωθεί η ελληνική ΚΥΑ, αλλά θα δώσει στο ελληνικό δικαστήριο τη δεσμευτική ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου που χρειάζεται για να εκδώσει στη συνέχεια τη δική του απόφαση.

Προ ολίγων ημερών δημοσιεύθηκαν οι προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Dean Spielmann, ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση στο ΔΕΕ. Σύμφωνα με αυτόν, το εθνικό δίκαιο έχει την αρμοδιότητα να ορίσει σε ποιανού τη δικαιοδοσία βρίσκεται η ενδιάμεση αυτή περιοχή, συμφωνώντας συνεπώς με τη θέση της ελληνικής κυβέρνησης, του ΟΛΠ, της HEC και της «Antipollution».

Φυσικά, απόφαση ακόμη δεν έχει εκδοθεί ούτε από το ΣτΕ ούτε από το ΔΕΕ, αλλά η πλάστιγγα φαίνεται να κλίνει προς την πλευρά διατήρησης της επίμαχης διάταξης.

Μια αγορά με ιστορία αντιδικιών

Αυτή η διαφορά δεν αποτελεί το πρώτο επεισόδιο αντιπαράθεσης γύρω από τη διαχείριση των αποβλήτων των πλοίων στον Πειραιά. Πίσω από το προδικαστικό ερώτημα του ΣτΕ βρίσκεται μια αγορά στην οποία οι ίδιοι, ή συγγενείς, επιχειρηματικοί και θεσμικοί παίκτες συναντώνται εδώ και χρόνια, άλλοτε ως συνεργάτες του ΟΛΠ και άλλοτε σε αντίπαλες πλευρές ενώπιον δικαστηρίων και ρυθμιστικών αρχών.

Η παρουσία των HEC και «Antipollution» στο λιμάνι του Πειραιά έχει βάθος χρόνου, με τη HEC να έχει υπογράψει σύμβαση παραχώρησης διάρκειας 35 ετών με τον ΟΛΠ, ενώ αντίστοιχα η «Antipollution» έχει επίσης πολυετή παρουσία στην αγορά των στερεών αποβλήτων των πλοίων, έχοντας σύμβαση με τον ΟΛΠ από το 2008.

Η ΤΠΠ, ωστόσο, δεν είναι ένας νεοεισερχόμενος παίκτης. Πρόκειται για εταιρεία με παρουσία δεκαετιών στον χώρο των περιβαλλοντικών υπηρεσιών και της διαχείρισης αποβλήτων πλοίων, η οποία έχει επίσης συνεργαστεί με τον ΟΛΠ. Μάλιστα, ήδη το 2014, HEC, «Antipollution» και ΤΠΠ είχαν τιμηθεί για τη συμβολή τους στις περιβαλλοντικές εργασίες του λιμανιού.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, όμως, το μοντέλο οργάνωσης της αγοράς και, κυρίως, το ζήτημα του ποιοι πάροχοι μπορούν να προσφέρουν υπηρεσίες εντός και γύρω από το λιμάνι άρχισε να προκαλεί επαναλαμβανόμενες αντιπαραθέσεις.

Ήδη το 2018 είχε υπάρξει δικαστική σύγκρουση μεταξύ του ΟΛΠ και της ΤΠΠ με αφορμή τη διαχείριση αποβλήτων που συνδέονταν με το ναυάγιο του «Αγία Ζώνη ΙΙ». Στο πλαίσιο εκείνης της αντιπαράθεσης είχε αναδειχθεί και η ευρύτερη διαφωνία ως προς το μοντέλο λειτουργίας της αγοράς, με την ΤΠΠ να υποστηρίζει την πρόσβαση περισσότερων παρόχων στην παροχή σχετικών υπηρεσιών.

Οι τριβές γύρω από την αποκλειστικότητα δεν περιορίστηκαν στην ΤΠΠ. Το καθεστώς διαχείρισης αποβλήτων στον Πειραιά έχει απασχολήσει κατά καιρούς τη Ρυθμιστική Αρχή Λιμένων, το Συμβούλιο της Επικρατείας, φορείς της ναυπηγοεπισκευαστικής δραστηριότητας και την Επιτροπή Ανταγωνισμού.

Χαρακτηριστική είναι η απόφαση 180/2020 της Ρυθμιστικής Αρχής Λιμένων, η οποία εκδόθηκε έπειτα από καταγγελίες φορέων της ναυπηγοεπισκευής και αφορούσε τη διαχείριση αποβλήτων από ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες.

Παράλληλα, έχουν υπάρξει πλείστες καταγγελίες εκπροσώπων της ναυπηγοεπισκευαστικής αγοράς για περιορισμό των επιλογών τους ως προς τη διαχείριση αποβλήτων, κάνοντας λόγο για παραβίαση των κανόνων του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Συνεπώς, η εν λόγω αντιδικία είναι ένα μέρος μόνο της ευρύτερης αντιπαράθεσης για τον έλεγχο του λιμανιού και της προσπάθειας διαφόρων φορέων και εταιρειών να συμμετέχουν στην οικονομική πίτα. Γι’ αυτό πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα της προσπάθειας ανοίγματος μιας κλειστής αγοράς, στην οποία αυτή τη στιγμή συμμετέχουν κατ’ αποκλειστικότητα οι συμβαλλόμενοι του ΟΛΠ.