Η έλευση διεθνών διαχειριστών κεφαλαίων στην Αθήνα αποτελεί αδιαμφισβήτητα θετική εξέλιξη. Αυτό δεν οφείλεται στο ότι ξαφνικά δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια θα επενδυθούν στην ελληνική οικονομία, αλλά επειδή μέχρι πριν από λίγα χρόνια φαινόταν απίθανο η Αθήνα να περιληφθεί στον χάρτη των πόλεων όπου μεγάλοι διεθνείς χρηματοοικονομικοί οργανισμοί εξετάζουν σοβαρά την εγκατάσταση δραστηριοτήτων και στελεχών.

Νέες Επενδύσεις στην Αθήνα

Η Millennium Management, ένας από τους μεγαλύτερους διαχειριστές εναλλακτικών επενδύσεων παγκοσμίως, με πάνω από 97 δισ. δολάρια υπό διαχείριση, ανοίγει γραφείο στην Αθήνα.

Παράλληλα, ο Κρις Ρόκος, του οποίου η Rokos Capital Management διαχειρίζεται περίπου 22 δισ. δολάρια, μεταφέρει τη φορολογική του κατοικία στην Ελλάδα και σχεδιάζει επίσης παρουσία στην Αθήνα.

Έχει καταγραφεί ενδιαφέρον και από άλλες εταιρείες του κλάδου.

Κυβερνητική Πολιτική και Φορολογικά Κίνητρα

Αυτή η εξέλιξη δεν είναι τυχαία. Αποτελεί αποτέλεσμα κυβερνητικής πολιτικής που συνδυάζει φορολογικά κίνητρα, πολιτική σταθερότητα και οικονομική προοπτική. Το συγκεκριμένο καθεστώς προβλέπει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις ουσιαστικής παρουσίας στην Ελλάδα, φορολόγηση με 5% του «carried interest» για στελέχη που μεταφέρουν εδώ τη φορολογική τους κατοικία.

Το μήνυμα προς τη διεθνή αγορά είναι σημαντικό. Αν εταιρείες αυτού του μεγέθους έχουν ήδη εγκαταστήσει επενδυτικές ομάδες, διαχειριστές χαρτοφυλακίων και υποστηρικτικές λειτουργίες, τότε μειώνεται αυτόματα το αντιληπτό ρίσκο για όσους σκέφτονται να εντάξουν την Αθήνα στις επιλογές τους.

Αναγκαίες Διευκρινίσεις και Οφέλη

Ωστόσο, χρειάζονται τρεις διευκρινίσεις για να μην δημιουργηθούν εξωπραγματικές προσδοκίες και να αναδειχθεί η σύνδεση της οικονομίας με την πολιτική.

Πρώτον, το άμεσο μακροοικονομικό αποτέλεσμα είναι μικρό. Τα 97 δισ. δολάρια που διαχειρίζεται η Millennium δεν επενδύονται στην Ελλάδα, ούτε και τα 22 δισ. της Rokos. Εδώ εγκαθίστανται γραφεία, στελέχη και ενδεχομένως επενδυτικές ομάδες που θα πραγματοποιούν από την Αθήνα μέρος της παγκόσμιας δραστηριότητάς τους. Μέχρι στιγμής, η Millennium δεν έχει ανακοινώσει συγκεκριμένο στόχο προσλήψεων.

Δεύτερον, υπάρχει πραγματικό αλλά περιορισμένο δημοσιονομικό και οικονομικό όφελος: υψηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, λειτουργικές δαπάνες, ακίνητα, δικηγόροι, φοροτεχνικοί, πληροφορική και μια σειρά άλλων εξειδικευμένων υπηρεσιών.

Τρίτον, και ουσιαστικότερο, είναι η δημιουργία οικοσυστήματος.

Μία Millennium έχει περιορισμένη οικονομική σημασία.

Δέκα ή είκοσι Millennium, Rokos, Verition και άλλοι διαχειριστές μπορούν να δημιουργήσουν κρίσιμη μάζα.

Τότε έρχονται εξειδικευμένα στελέχη, δημιουργούνται νέες υπηρεσίες, επιστρέφουν Έλληνες του εξωτερικού, αναπτύσσεται τεχνογνωσία και, κυρίως, η παρουσία των πρώτων εταιρειών αρχίζει να προσελκύει τις επόμενες.

Αυτό ακριβώς επιδιώκει η κυβερνητική πολιτική των τελευταίων ετών.

Πολιτική Διάσταση και Αντιπαραθέσεις

Η οικονομική αυτή εξέλιξη αποκτά αναπόφευκτα πολιτική διάσταση. Ένα τέτοιο οικοσύστημα δεν κατασκευάζεται με μία φορολογική διάταξη, ούτε ολοκληρώνεται μέσα σε ένα-δύο χρόνια. Χρειάζεται διάρκεια, προβλεψιμότητα και την πεποίθηση των επενδυτών ότι οι κανόνες που τους έφεραν στην Ελλάδα δεν θα ανατραπούν όταν αλλάξει η πολιτική συγκυρία.

Η πραγματική πολιτική αντιπαράθεση είναι έτσι εμφανής. Η Νέα Δημοκρατία υπερασπίζεται ανοικτά την επιλογή, με τον Κυριάκο Πιερρακάκη στο Υπουργείο Οικονομικών να υποστηρίζει ότι στόχος είναι η δημιουργία «ενός νέου οικοσυστήματος χρηματοοικονομικών υπηρεσιών» και ότι η προσέλκυση επενδύσεων και ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί εθνική υπόθεση.

Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ απορρίπτει τη λογική του καθεστώτος.

Ο τομεάρχης Οικονομικών του, Φραγκίσκος Κουτεντάκης, μίλησε για «φορολογικό θέρετρο των hedge funds» και υποστήριξε ότι η κυβέρνηση «βαφτίζει το προνόμιο ανάπτυξη».

Οι απόψεις του Αλέξη Τσίπρα για το ξένο κεφάλαιο και τις δραστηριότητές του είναι γνωστές.

Δεν είναι γνωστό αν το «rebranding» περιλαμβάνει πλέον θετική άποψη για το ξένο κεφάλαιο, ούτε αν ο πρώην πρωθυπουργός θα «μαζέψει» τις απόψεις των στελεχών του.

Το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη παραμένει σιωπηλό. Ωστόσο, κρίνοντας από τις απόψεις που έχει εκφράσει για τους servicers και τα κόκκινα δάνεια, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι δεν θα έβλεπε θετικά τη δημιουργία ενός τέτοιου οικοσυστήματος. Μπορεί να το διαψεύσει αν δεν είναι έτσι.

Η Προοπτική των Εκλογών

Η διαφορά, επομένως, δεν είναι θεωρητική.

Τουλάχιστον μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΣΥΡΙΖΑ, αφορά δύο διαφορετικές αντιλήψεις οικονομικής πολιτικής: από τη μία, την επιλογή να προσφερθούν ισχυρά κίνητρα για τη δημιουργία ενός διεθνούς πόλου διαχείρισης κεφαλαίων στην Αθήνα.

Από την άλλη, την άποψη ότι αυτά τα κίνητρα αποτελούν υπερβολικό φορολογικό προνόμιο για μια εξαιρετικά εύπορη επαγγελματική κατηγορία, που ίσως δεν είναι καν ευπρόσδεκτη.

Το επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ έχει κατά νου και το λεγόμενο «demonstration effect», όπου η κοινωνική και πολιτιστική συμπεριφορά των επενδυτών αυτής της μορφής δημιουργεί πρότυπο προς μίμηση.

Στη βάση αυτή, οι εκλογές, όπου διακυβεύεται η προοπτική της τρίτης τετραετίας Μητσοτάκη, αποκτούν και αυτήν τη διάσταση.

Η πολιτική της Νέας Δημοκρατίας τώρα αρχίζει να υλοποιείται και, προφανώς, δεν έχει ακόμη προλάβει να αποδείξει ότι μπορεί να δημιουργήσει το επιθυμητό οικοσύστημα.

Για να κριθεί, χρειάζεται χρόνο.

Και, ακριβώς επειδή ήδη αμφισβητείται πολιτικά το βασικό εργαλείο με το οποίο επιχειρείται η δημιουργία του, το ζήτημα της συνέχειας της συγκεκριμένης πολιτικής θα αποτελέσει αναπόφευκτα μέρος της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Το πραγματικό στοίχημα, επομένως, δεν είναι ποιος ήρθε σήμερα στην Αθήνα, αλλά αν σε πέντε χρόνια οι επόμενοι θα έρχονται επειδή οι προηγούμενοι είναι ήδη εδώ.