Στις 17 Σεπτεμβρίου, η Eurostat δημοσίευσε την έκθεση «Key Figures on European Living Conditions 2026», επαναφέροντας ένα κρίσιμο ερώτημα: πλουτίζει η Ελλάδα, αλλά όχι οι Έλληνες;
Για να απαντήσουμε σε αυτό, πρέπει να διακρίνουμε την πρόοδο των συνολικών οικονομικών μεγεθών σε σχέση με την αλλαγή στην ευημερία των πολιτών.
Η Σχέση Ανάκαμψης και Αμοιβών
Σε μια οικονομία, όπως η ελληνική, που πέρασε μια μακρά περίοδο πολύ υψηλής ανεργίας, η ανάκαμψη της απασχόλησης συνήθως προηγείται της ισχυρής ανόδου των αμοιβών.
Καθώς περιορίζεται το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό, επιχειρήσεις και δημόσιες υπηρεσίες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη πίεση να βρουν προσωπικό και προσφέρουν υψηλότερες αποδοχές για να προσελκύσουν εργαζομένους.
Αυτή η ακολουθία εξηγεί γιατί η μακροοικονομική βελτίωση δεν μεταφέρεται ταυτόχρονα σε όλα τα νοικοκυριά, αλλά υστερεί στην εφαρμογή της.
Πολιτική Σημασία των Δεικτών
Η ακριβής ανάγνωση των δεικτών έχει και πολιτική σημασία. Εξηγεί γιατί ορισμένα κοινωνικά τμήματα στηρίζουν τη σημερινή οικονομική πολιτική, ενώ άλλα αποξενώνονται και βιώνουν πίεση. Επιτρέπει, επίσης, τον σχεδιασμό μέτρων που στοχεύουν στις πραγματικές εστίες οικονομικής ανασφάλειας, χωρίς υπεραπλουστεύσεις που τροφοδοτούν την κοινωνική πόλωση.
Κρίσιμες Μεταβλητές Ανάλυσης
Για την ανάλυση, εντοπίστηκαν τέσσερις κρίσιμες μεταβλητές: το ΑΕΠ, το διαθέσιμο εισόδημα, οι καταθέσεις των ιδιωτών και ο καθαρός τους πλούτος.
Το έτος αφετηρίας επηρεάζει αποφασιστικά την εικόνα. Το 2010 ήταν το έτος κατά το οποίο ξέσπασε η κρίση, αλλά τα μεγέθη της οικονομίας διατηρούσαν ακόμη μέρος της προηγούμενης «δανειακής» δυναμικής. Η δραστηριότητα της οικονομίας έφτασε στο χαμηλότερο σημείο λειτουργίας το 2013, ενώ οι καταθέσεις έφτασαν στο χαμηλότερο σημείο τους το 2016.
Αυτές οι δύο διακριτές περίοδοι οριοθετούν και δύο διαφορετικά μοντέλα ανάπτυξης: το πρώτο βασιζόταν στην επέκταση της ζήτησης μέσω δανεισμού, κυρίως, ενώ το δεύτερο, το σημερινό, στην επέκταση της απασχόλησης, των εξαγωγών και της παραγωγικότητας.
Αποτελεσματικότητα της Μεταμνημονιακής Ανάπτυξης
Πόσο αποτελεσματική υπήρξε, λοιπόν, η μεταμνημονιακή ανάπτυξη για την οικονομία και την ευημερία των πολιτών;
Η σειρά εισοδήματος είναι η ενιαία σειρά του ΟΟΣΑ (Real gross disposable income per capita of households and NPISH). Οι καταθέσεις αφορούν νοικοκυριά και μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά. Οι πηγές είναι ο ΟΟΣΑ και η Τράπεζα της Ελλάδος.
Από το 2010 έως το 2013, το πραγματικό ΑΕΠ ανά κάτοικο απώλεσε 18,14%, και το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο 26,1%. Ωστόσο, το 2025, το πραγματικό ΑΕΠ ανά κάτοικο ήταν 24,26% υψηλότερο από το 2013, και το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο 33,25% υψηλότερο.
Η δυσκολία ανάκτησης του χαμένου εδάφους δείχνει το μέγεθος του προβλήματος που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία μετά την περίοδο των μνημονίων.
Η Σημασία των «Κατά Κεφαλήν» Μεγεθών
Εάν ο αναλυτής χρησιμοποιήσει τα ίδια μεγέθη (σε σχέση με το 2010) χωρίς να είναι «κατά κεφαλήν», προκύπτει μια διαφορετική εικόνα. Το πραγματικό ΑΕΠ έχει αυξηθεί κατά 1,7%, και το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα έχει σχεδόν μηδενική μεταβολή. Αυτές οι διαφορές είναι μεγάλες. Ωστόσο, τα ποσοστά πτώσης και ανόδου εφαρμόζονται σε ανισομερείς βάσεις. Γι’ αυτό έχουμε ακόμα δρόμο.
Όταν διερευνούμε την κατάσταση των Ελλήνων (σε μια χώρα με συνεχή μείωση του πληθυσμού), τότε πρέπει να χρησιμοποιούμε τα «κατά κεφαλήν» μεγέθη. Οτιδήποτε άλλο ελέγχεται, ειδικά εάν οι συγκρίσεις γίνονται με το 2010 και την προβληματικότητά του.
Καταθέσεις και Καθαρός Πλούτος
Οι καταθέσεις ακολούθησαν διαφορετική πορεία, και με βάση το 2016, το 2025 ήταν +54,8% – μια πολύ θετική μεταβολή.
Ο καθαρός πλούτος ισούται με το σύνολο των πραγματικών και χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων των νοικοκυριών μείον τις υποχρεώσεις τους. Τα στοιχεία προέρχονται από τους Distributional Wealth Accounts της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Ο συνολικός ονομαστικός καθαρός πλούτος αυξήθηκε, με βάση το 2016, κατά 35,8%. Ο καθαρός πλούτος ανά νοικοκυριό αυξήθηκε από 158,11 χιλ. ευρώ σε 202,92 χιλ. ευρώ, δηλαδή κατά 28,3%. Η βελτίωση προήλθε από την ανάκαμψη των καταθέσεων και, κυρίως, από την άνοδο της αξίας του οικιστικού πλούτου.
Αυτή η εξέλιξη δεν ισοδυναμεί πάντοτε με αντίστοιχη αύξηση της ρευστότητας ή του εισοδήματος.
Ένα ακίνητο μπορεί να ενισχύει τη λογιστική καθαρή θέση του νοικοκυριού, χωρίς να χρηματοδοτεί τις τρέχουσες ανάγκες του.
Ωστόσο, υπάρχει το «wealth effect»: οι άνθρωποι «αισθάνονται» το καλό υπόβαθρό τους, επηρεάζοντας θετικά την καταναλωτική τους συμπεριφορά, αλλά και διατηρώντας εύλογες προσδοκίες βελτίωσης της ρευστότητάς τους.
Συμπέρασμα
Οι αντικειμενικοί δείκτες οδηγούν σε σαφές συμπέρασμα: η παραγωγή και το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο έχουν υπερβεί κατά πολύ το επίπεδο του 2013. Οι καταθέσεις ανέκαμψαν από τη βαθιά πτώση της προηγούμενης δεκαετίας, και ο καθαρός πλούτος των νοικοκυριών βρίσκεται επίσης αρκετά υψηλότερα.
Η Ελλάδα και οι πολίτες έχουν ανακάμψει. Το επόμενο ερώτημα είναι αν αυτή η βελτίωση έχει μεταφερθεί με ανάλογη ένταση στην εμπειρία των ίδιων των πολιτών, κάτι που θα εξεταστεί σε επόμενη ανάλυση με τίτλο «Ικανοποίηση από τη Ζωή και Υποκειμενική Ευημερία».
Π.Ε. Πετράκης, Ομ. Καθηγητής ΕΚΠΑ
Οι απόψεις που διατυπώνονται δεν αποτελούν απόψεις του ΚΕΠΕ.
