Η φινλανδοποίηση της Ελλάδας από την Τουρκία απέτυχε.

Αυτό δυσκολεύονται να το χωνέψουν οι γείτονες.

Γι’ αυτό αντιδρούν έντονα στην αμυντική και εξωτερική πολιτική του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Ο ίδιος πιστώνεται τη σταδιακή απομάκρυνση από τις ασπόνδυλες αντιδράσεις που επί δεκαετίες βαφτίζαμε σύνεση.

Η Ελλάδα όμως επέλεξε να ενισχύσει την άμυνά της και να δεσμευτεί σε διακρατικές αμυντικές συνεργασίες που η Άγκυρα αποδοκιμάζει.

Όσο η Άγκυρα εξακολουθεί να διαμαρτύρεται τόσο η Αθήνα θα συνεχίζει να υπογράφει τέτοιες συμφωνίες.

Το 1995 η Τουρκία μάς απείλησε με πόλεμο αν επεκτείναμε τα χωρικά μας ύδατα πέρα από τα έξι ναυτικά μίλια στο Αιγαίο. Το casus belli παραμένει ενεργό από την ψήφιση του στην τουρκική εθνοσυνέλευση.

Σήμερα η Άγκυρα διαμαρτύρεται για την άμυνα των νησιών μας και απαιτεί να της πάρουμε την άδεια για το ηλεκτρικό καλώδιο Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, επικαλούμενη τις διάφορες παρανοϊκές θαλάσσιες διεκδικήσεις της.

Η απειλή του 1995 αφορά τα χωρικά μας ύδατα.

Η λογική της διατρέχει και τις υπόλοιπες απαιτήσεις της Τουρκίας: να αποφασίζει η Ελλάδα μόνον αφού προηγουμένως συνεννοηθεί με την Τουρκία.

Η γείτονας θεωρεί ότι διαθέτει δικαίωμα συνυπογραφής στις αποφάσεις μας.

Το απένειμε μόνη της στον εαυτό της και τώρα απαιτεί να το αναγνωρίσουμε.

Μια μεγάλη απειλή δίνει βαρύτητα στις μικρότερες.

Όταν υπάρχει στο βάθος το ενδεχόμενο ένοπλης σύγκρουσης, μια ανακοίνωση ή μια ναυτική παρουσία αρκούν για να τεθεί το ερώτημα: αξίζει να επιμείνουμε τώρα; Ένα έργο αναβάλλεται, μια απόφαση περιμένει, ένα δικαίωμα μένει ανενεργό και ανεκμετάλλευτο.

Έτσι η Άγκυρα θα είχε κερδίσει αυτό που ζητούσε χωρίς να χρειαστεί να πραγματοποιήσει την απειλή της.

Αν της περάσει, τότε την επόμενη φορά ζητά λίγο περισσότερα, ενώ οι τρίτοι ουδέτεροι συστήνουν αυτοσυγκράτηση και στις δύο πλευρές ανεξαρτήτως ποιος παραληρεί και ποιος βασίζεται στο διεθνές δίκαιο.

Εκείνος που απειλεί και εκείνος που απειλείται μοιράζονται βολικά την ευθύνη.

Το "δόγμα της Κότας" που έχουμε στηλιτεύσει στο παρελθόν είχε μια μόνιμη δικαιολογία: ας κάνουμε πίσω σήμερα και βλέπουμε γι αύριο.

Κάθε αναβολή παρουσιαζόταν ως σύνεση και λογική υποχώρηση.

Το κόστος φαινόταν μικρό, επειδή κανείς δεν μετρούσε τα οφέλη σε όσα αποφεύγαμε να κάνουμε.

Σιγά σιγά μάθαμε να βάζουμε μόνοι μας περιορισμούς στις επιλογές μας.

Στην Τουρκία αρκούσε να υπενθυμίζει ότι μπορεί να αντιδράσει.

Την υπόλοιπη δουλειά την αναλαμβάναμε εμείς, μαζί με την υποχρέωση να ευχαριστήσουμε όσους μεσολάβησαν για να ηρεμήσει.

Η ενίσχυση της άμυνας και οι συμμαχίες αλλάζουν αυτόν τον υπολογισμό.

Μια επίθεση στην Ελλάδα πρέπει να προκαλέσει στον επιτιθέμενο ασύμμετρο κόστος, πολλαπλάσιο του αβέβαιου οφέλους που προσδοκά.

Όσο δυσκολότερα μπορεί η Τουρκία να πραγματοποιήσει τη μεγάλη απειλή, τόσο λιγότερο μπορεί να τη χρησιμοποιεί για να επιβάλλει τις μικρότερες απαιτήσεις της.

Η αποτροπή αυτή έχει αξία και τις ημέρες που κανείς δεν πυροβολεί.

Μας επιτρέπει να παίρνουμε αποφάσεις χωρίς να αναζητούμε προκαταβολικά ποια από αυτές θα θυσιάσουμε για να πέσουν οι τόνοι με τους παρανοϊκούς.

Τα Rafale και, όταν παραληφθούν, και τα F-35 ενισχύουν την άμυνά μας θεαματικά.

Οι συμμαχίες μεγαλώνουν τον κύκλο εκείνων που έχουν συμφέρον να παραμείνει σταθερότητα στην Ελλάδα.

Η Άγκυρα πρέπει να υπολογίζει τις αντιδράσεις και των άλλων κρατών και τις επιπτώσεις στις σχέσεις της μαζί τους.

Μια πολεμική επιχείρηση που παλαιότερα σχεδιαζόταν ως σύντομη και ελεγχόμενη μπορεί πλέον να προκαλέσει συνέπειες ντόμινο πολύ πέρα από το Αιγαίο.

Αυτό δυσκολεύει τον υπολογισμό του κόστους της πολύ  πριν ξεκινήσει οτιδήποτε.

Με τη Γαλλία έχουμε ως γνωστόν συμφωνία αμυντικής συνδρομής σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης κατά της επικράτειας οποιουδήποτε από τους δύο συμμάχους, εμάς και εκείνων.

Η αμερικανική αμυντική παρουσία επίσης συνδέει ελληνικές υποδομές με αμερικανικούς σχεδιασμούς και επενδύσεις.

Οι δεσμεύσεις είναι φυσικά διαφορετικές, όμως και οι δύο σχέσεις δυσκολεύουν την επωφελή προοπτική για την Τουρκία, μιας κρίσης που θα αφορά αποκλειστικά την Αθήνα και την Άγκυρα.

Αυτές οι συμφωνίες φυσικά έχουν ήδη γίνει, παρά την έντονη τουρκική δυσφορία.

Μια φινλανδοποιημένη Ελλάδα θα τις είχε αποφύγει για να καθησυχάσει την γείτονα. Θα είχαμε, φυσικά, λάβει συγχαρητήρια για την υπεύθυνη στάση μας από τους εταίρους μας. Τα συγχαρητήρια, βέβαια, δεν περιελάμβαναν ρήτρα αμυντικής συνδρομής.

Το καλώδιο δείχνει πώς η ίδια λογική μπορεί να λειτουργήσει στην οικονομία.

Όσο εμφανίζεται ως αποκλειστικά ελληνική υπόθεση, είναι ευκολότερο να ζητηθεί από την Αθήνα να περιμένει για να πέσουν οι τόνοι.

Όταν αφορά την πρόσβαση περισσότερων χωρών στην ευρωπαϊκή αγορά, η αναβολή καθυστερεί επενδύσεις και έσοδα που περιμένουν και άλλοι σε κάθε ωφελούμενη χώρα.

Η Αθήνα έτσι αποκτά εταίρους με λόγο να παραμείνουν μαζί μας.

Αν το έργο προχωρήσει παρά την τουρκική ένσταση, η Άγκυρα χάνει το αντάλλαγμα που περίμενε να αποσπάσει με την απειλή.

Για να επιβάλει κατόπιν τη θέλησή της, θα πρέπει να ανεβάσει παραπάνω την ένταση και να αναλάβει έτσι μεγαλύτερο κίνδυνο από τις αντιδράσεις μας.

Εκεί είναι που συναντά την ελληνική στρατιωτική αποτροπή και τις αμυντικές μας συμφωνίες.

Προϋπόθεση θα είναι να επιμένουμε και εμείς σε όσα αποφασίζουμε.

Μια Αθήνα που αναβάλλει μόνη της τις αποφάσεις της, προσφέρει στους εταίρους την πιο βολική δικαιολογία για να αδρανήσουν.

Η Άγκυρα παρακολουθεί αν μετά την πρώτη απειλή θα συνεχιστεί η δουλειά ή θα αρχίσει πάλι η συζήτηση για το πότε θα είναι η κατάλληλη στιγμή.

Οι εντάσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ δίνουν πρόσθετη σημασία στη συνεργασία μας στην άμυνα και στην ενέργεια. Η Άγκυρα προσφέρει ακόμα περισσότερους λόγους στην Ελλάδα και στο Ισραήλ για να συνεργαστούν αμυντικά, και μετά παραπονιέται γι’ αυτό!

Η σχεδιαζόμενη ηλεκτρική διασύνδεση GREGY με την Αίγυπτο αφορά στην επιδίωξη του Καΐρου να πουλήσει ενέργεια στην Ευρώπη μέσω της Ελλάδας. Η Αίγυπτος έχει το δικό της οικονομικό συμφέρον για να προχωρήσει το έργο. Αν επιχειρήσει να εμποδίσει και αυτό το έργο, η Άγκυρα θα πρέπει να εξηγήσει στους Αιγυπτίους γιατί τα δικά τους σχέδια χρειάζονται την άδειά της.

Οι συζητήσεις με την Ινδία για τις θαλάσσιες διαδρομές αφορούν την πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές μέσω λιμανιών και συνδέσεων που μπορεί να προσφέρει η Ελλάδα.

Όσο περισσότερες χώρες σχεδιάζουν να κάνουν δουλειές μέσω της χώρας μας, τόσο περισσότερους αφορά η ασφάλειά της.

Οι οικονομικές συνεργασίες δεν προσφέρουν στρατιωτικές εγγυήσεις.

Δίνουν όμως σε περισσότερες κυβερνήσεις λόγο να αντιδράσουν αν η Τουρκία επιχειρήσει να εμποδίσει τα κοινά μας σχέδια.

Συνεπώς η Αθήνα αποκτά συνομιλητές που έχουν κάτι να κερδίσουν ή να χάσουν μαζί της.

Στο μεταξύ, η Τουρκία έχει τεράστια προβλήματα στο εσωτερικό της.

Ο πληθωρισμός παραμένει πάνω από 30%, ενώ οι διώξεις πολιτικών αντιπάλων και οι παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη δείχνουν πόσο έχει απομακρυνθεί από τη δημοκρατία.

Ένας εξωτερικός καβγάς μπορεί να βοηθήσει τον Ερντογάν να αλλάξει τη συζήτηση.

Μια κρίση που θα έπληττε τη χρηματοδότηση και την οικονομική δραστηριότητα της γείτονος, θα πρόσθετε προβλήματα και στη δική του διακυβέρνηση.

Ο πληθωρισμός έχει το ενοχλητικό χαρακτηριστικό να παραμένει αμετάβλητος ακόμη και μετά την πιο πατριωτική τηλεοπτική ομιλία.

Η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον από την καλή γειτονία, αλλά οι σχέσεις μας με την Τουρκία θα γίνουν πραγματικά καλύτερες μόνο όταν εκείνη αποδεχθεί ότι στην ελληνική επικράτεια δεν χρειάζεται καμία δική της υπογραφή.

Ως τότε, ας υπολογίζει και το ενδεχόμενο αν θυμώσει πολύ να πάθει καμία "επακούμβηση".

agissilaos@gmail.com